μαγαντζές (ο) : η αποθήκη μέσα στο σπίτι ( ενετ magazin = κατάστημα )
μαγάρι : επιφώνημα : μακάρι
μαγαρίζω : μολύνω ( εβρ megarah )
μαγκάλι (το) : είδος σόμπας ξεσκέπαστης με κάρβουνα ( τουρκ mangal )
μάγκανα (τα) : μεγάλες πλάκες για να στραγγίζουν τη στροφιλιά ( αρχ μάγκανον =
μηχανισμός που με τη δύναμη του ανθρώπου συσφίγγει κάτι )
μαγκάνι (το) : χειροκίνητος η κινούμενος από ζώο , μηχανισμός για την άρδευση του νερού από κάποιο πηγάδι ( αρχ μάγκανον )
μάγκου : μεταφορικά ως επίρρημα : τουλαχιστον ( κυριολεκτικά : προστακτική του ''μαγκανίζω'' )
μαζοχορτιά (η) : το μάζεμα των φαγώσιμων αγριόχορτων
μαζωμός (ο) : εκεί που συγκεντρώνουν τα ζώα για το άρμεγμα ( από το ''μαζώνω'' )
μαθές : μεταφορικά ως επεξηγηματικό , ερωτηματικό ή βεβαιωτικό μόριο ( κυριολεκτικά : προστακτική του μαθαίνω ) ( '' ο πάππος σου , ο παπάς μαθές '' , '' ήντα μαθές θα τονε κάμεις '' )
μάινα : έκφραση , εντολή για χαλάρωμα ( ναυτικός όρος ) ( ενετ maina )
μαΐστρος (ο) : βορειοδυτικός άνεμος ( ενετ maistro )
μαϊτζάρω : τρεφω , φροντιζω
μακαράς (ο) : ο τροχός της τροχαλίας αλλά και η κουβαρίστρα ( τουρk. makara )
μάκρος (το) : το μήκος ( αρχ. μάκρος )
μάλαξες (οι) : τα ίχνη ποδιών ανθρώπου η ζώου , οι πατημασιές ( αρχ. μαλάσσω = πιέζω κάτι με τα χέρια και του δίνω μορφή )
μάλε βράσε : μεταφορικά : ο πανικός , ο τσακωμός ή η φασαρία ( ίσως από παράφραση του βάλε βράσε )
μαμακώνω : μελανιάζω σε κάποιο σημείο του σώματος μου από κάποιο χτύπημα ( ίσως από το ''μαλακώνω'' )
μαμή (η) : γυναίκα που ασχολείται επαγγελματικά με το να βοηθά γυναίκες να γεννούν ( αρχ. μάμμη = μητέρα )
μάνι – μάνι : γρήγορα ( ιταλ di mano in mano = από χέρι σε χέρι & mena le mani = κούνα τα χέρια γρήγορα )
μαντάρω : επιδιορθώνω τα φθαρμένα σημεία ενός υφάσματος , μπαλώνω ( ιταλ mendar =διορθώνω )
μαντάτο (το) : η είδηση ( ενετ mandat )
μαντζάρω : '' ρομαντζάρω ''
μαντιλοδένω : μεταφορικά : χτυπάω κάποιον τραυματίζω ( κυριολεκτικά : δένω κάποιον τραυματία με μαντίλι )
μαξούλι (το) : η ομάδα , πολλά μαζί ( λατιν maximum = μέγιστο )
μαούνα (η) : πλοίο χωρίς καρίνα για τη μεταφορά της σμυρίδας από το λιμάνι στο πλοίο ( τουρκ mavuna )
μαράζι (το) : ο καημός ( τουρκ maraz = αρρώστια )
μαραφέτι (το) : το εργαλείο ( τουρκ marifet )
μαρχαμάς (ο) : μάλλινη υφαντή ολόσωμη φόρμα για το μωρό
μασά (η) : εργαλείο που χρησιμοποιείται στο τζάκι ή στο καμίνι του σιδερά ( τουρκ masa = τσιμπίδα )
μάσκουλο (1)(το) : ο ''μεντεσές'' { από το αρχ. μασχάλη ( = η σύνδεση του βραχίονα με τον υπόλοιπο ανθρώπινο σκελετό ) λόγω της ομοιότητας στη κίνηση }
μάσκουλο (2)(το) : αντικείμενο , σαν ποτήρι , κατασκευασμένο από χυτό χοντρό μέταλλο το οποίο γέμιζαν με μπαρούτι και το έσκαγαν μέσα από το έδαφος
μαστραπάς (ο) : μπακιρένια κανάτα νερού ( τουρκ masrapa )
ματσαρίζω : χτυπώ το χέρι μου , το μαγκώνω
μαχραμάς (ο) : μικρή κουβέρτα ( μικρό + χράμι / κουβέρτα )
μεγαλύνω : μεγαλώνω
μέγκλα : χαρακτηρισμός για οτιδήποτε ( άνθρωπο ή αντικείμενο ) πολύ καλής ποιότητας
μέλες (οι) : είδος κρυοπαγήματος , το οποίο εμφανίζει στο επάνω μέρος των δακτύλων πρήξιμο και ανυπόφορο πόνο
μελίγγια (τα) : τα μηνίγγια , οι κρόταφοι ( αρχ μήνιγξ )
μελίνταγκας (ο) : το μυρμήγκι ( πληθυντικός μελιντάκοι ) ( ίσως από το ''μέλι'' , δηλαδή τα τραβάει και πάνε στο μέλι ή σε οτιδήποτε γλυκό )
μενιάζω : λερώνω , πασαλείβω ( ίσως από το αρχ. μίασμα = μόλυνση )
μενούτο (το) : το λεπτό της ώρας ( ιταλ minuto )
μερδί (το) : το μερί , ο μηρός ( ελληνστ μήριον )
μερδικό (το) : το μερίδιο ( συνήθως χρησιμοποιούνταν για το μερίδιο σε κάποιο ορυχείο ) ( ελληνιστ μερίδιον = μικρό μέρος )
μερμήγκιά (η) : μικρό σαρκώδες εξόγκωμα στο δέρμα των χεριών ή των ποδιών του ανθρώπου ( λεγόταν έτσι λόγω σχήματος που έμοιαζε με την μυρμηγκοφωλιά )
μεσακός (ο) : ο γεμάτος μέχρι τη μέση
μηνώ : στέλνω μήνυμα , ειδοποιώ ( αρχ. μηνύω = αποκαλύπτω )
μιλησός του μιλησού : μεταφορικά : " δεν έχει μιλησό του μιλησού '' = δεν ακούει τίποτα
μοιράσι (το) : η μοιρασά
μόμολο (το) : ο γέρος ή το μικρό παιδί , σαν βρισιά όμως ( ιταλ mommolo )
μόστρα (η) : η βιτρίνα (λατιν mostra )
μούλικο (το) : νόθο παιδί ( ενετ mulus = νόθος - ημίονος )
μπαϊρντισα : εξανλήθηκα , βασανίστικα , κουράστικα ( τουρκ. bayild )
μπαλαούρο (το) : η φυλακή ( ιταλ. ballauro )
μπαμπέσης (ο) : ο ύπουλος ( αλβαν pabes )
μπαξίσι (το) : το φιλοδώρημα ( τουρκ bahsis )
μπασκανία (η) : η βασκανία , το ''μάτι'' ( αρχ. βασκανία )
μπασκίνας (ο) : ο χωροφύλακας ( τουρκ baskin )
μπάστακας (ο) : αυτός που μένει , ενοχλητικά , ασάλευτος
μπαστούρα (η) : σχοινί που δένουν το μπροστά με το πίσω πόδι ενός ζώου για να μη
μπορεί να περπατήσει ( από το βαστώ ^ βαστούρα )
μπατζανέμι (το) : η '' απανεμιά ''
μπελτές (ο) : ο τοματοπολτός ( τουρ pelte )
μπερντές (ο) : η κουρτίνα ( τουρκ. perde )
μπιτ : αόριστη αντωνυμία : τίποτα ( τουρκ bit )
μπλεάρω : πεθαίνω από τη πείνα
μπλέχτρι (το) : η τρικλοποδιά ( από το αρχ. μπλέκω = μπερδεύομαι σε κάτι )
μπουγάζι (το) : το ρεύμα αέρα ( τουρκ bogaz )
μπουξαδόρος (ο) : αυτός που παίζει μποξ
μπριάδι (το) : βαθιά και απότομη ρεματιά
μπώθω : σπρώχνω ( από το αρχ. απωθώ )
μυγιάζομαι : είμαι πολύ ευεραισθητος ( από την αντίδραση της μύγας όταν νιώσει κίνηση )
μαγάρι : επιφώνημα : μακάρι
μαγαρίζω : μολύνω ( εβρ megarah )
μαγκάλι (το) : είδος σόμπας ξεσκέπαστης με κάρβουνα ( τουρκ mangal )
μάγκανα (τα) : μεγάλες πλάκες για να στραγγίζουν τη στροφιλιά ( αρχ μάγκανον =
μηχανισμός που με τη δύναμη του ανθρώπου συσφίγγει κάτι )
μαγκάνι (το) : χειροκίνητος η κινούμενος από ζώο , μηχανισμός για την άρδευση του νερού από κάποιο πηγάδι ( αρχ μάγκανον )
μάγκου : μεταφορικά ως επίρρημα : τουλαχιστον ( κυριολεκτικά : προστακτική του ''μαγκανίζω'' )
μαζοχορτιά (η) : το μάζεμα των φαγώσιμων αγριόχορτων
μαζωμός (ο) : εκεί που συγκεντρώνουν τα ζώα για το άρμεγμα ( από το ''μαζώνω'' )
μαθές : μεταφορικά ως επεξηγηματικό , ερωτηματικό ή βεβαιωτικό μόριο ( κυριολεκτικά : προστακτική του μαθαίνω ) ( '' ο πάππος σου , ο παπάς μαθές '' , '' ήντα μαθές θα τονε κάμεις '' )
μάινα : έκφραση , εντολή για χαλάρωμα ( ναυτικός όρος ) ( ενετ maina )
μαΐστρος (ο) : βορειοδυτικός άνεμος ( ενετ maistro )
μαϊτζάρω : τρεφω , φροντιζω
μακαράς (ο) : ο τροχός της τροχαλίας αλλά και η κουβαρίστρα ( τουρk. makara )
μάκρος (το) : το μήκος ( αρχ. μάκρος )
μάλαξες (οι) : τα ίχνη ποδιών ανθρώπου η ζώου , οι πατημασιές ( αρχ. μαλάσσω = πιέζω κάτι με τα χέρια και του δίνω μορφή )
μάλε βράσε : μεταφορικά : ο πανικός , ο τσακωμός ή η φασαρία ( ίσως από παράφραση του βάλε βράσε )
μαμακώνω : μελανιάζω σε κάποιο σημείο του σώματος μου από κάποιο χτύπημα ( ίσως από το ''μαλακώνω'' )
μαμή (η) : γυναίκα που ασχολείται επαγγελματικά με το να βοηθά γυναίκες να γεννούν ( αρχ. μάμμη = μητέρα )
μάνι – μάνι : γρήγορα ( ιταλ di mano in mano = από χέρι σε χέρι & mena le mani = κούνα τα χέρια γρήγορα )
μαντάρω : επιδιορθώνω τα φθαρμένα σημεία ενός υφάσματος , μπαλώνω ( ιταλ mendar =διορθώνω )
μαντάτο (το) : η είδηση ( ενετ mandat )
μαντζάρω : '' ρομαντζάρω ''
μαντιλοδένω : μεταφορικά : χτυπάω κάποιον τραυματίζω ( κυριολεκτικά : δένω κάποιον τραυματία με μαντίλι )
μαξούλι (το) : η ομάδα , πολλά μαζί ( λατιν maximum = μέγιστο )
μαούνα (η) : πλοίο χωρίς καρίνα για τη μεταφορά της σμυρίδας από το λιμάνι στο πλοίο ( τουρκ mavuna )
μαράζι (το) : ο καημός ( τουρκ maraz = αρρώστια )
μαραφέτι (το) : το εργαλείο ( τουρκ marifet )
μαρχαμάς (ο) : μάλλινη υφαντή ολόσωμη φόρμα για το μωρό
μασά (η) : εργαλείο που χρησιμοποιείται στο τζάκι ή στο καμίνι του σιδερά ( τουρκ masa = τσιμπίδα )
μάσκουλο (1)(το) : ο ''μεντεσές'' { από το αρχ. μασχάλη ( = η σύνδεση του βραχίονα με τον υπόλοιπο ανθρώπινο σκελετό ) λόγω της ομοιότητας στη κίνηση }
μάσκουλο (2)(το) : αντικείμενο , σαν ποτήρι , κατασκευασμένο από χυτό χοντρό μέταλλο το οποίο γέμιζαν με μπαρούτι και το έσκαγαν μέσα από το έδαφος
μαστραπάς (ο) : μπακιρένια κανάτα νερού ( τουρκ masrapa )
ματσαρίζω : χτυπώ το χέρι μου , το μαγκώνω
μαχραμάς (ο) : μικρή κουβέρτα ( μικρό + χράμι / κουβέρτα )
μεγαλύνω : μεγαλώνω
μέγκλα : χαρακτηρισμός για οτιδήποτε ( άνθρωπο ή αντικείμενο ) πολύ καλής ποιότητας
μέλες (οι) : είδος κρυοπαγήματος , το οποίο εμφανίζει στο επάνω μέρος των δακτύλων πρήξιμο και ανυπόφορο πόνο
μελίγγια (τα) : τα μηνίγγια , οι κρόταφοι ( αρχ μήνιγξ )
μελίνταγκας (ο) : το μυρμήγκι ( πληθυντικός μελιντάκοι ) ( ίσως από το ''μέλι'' , δηλαδή τα τραβάει και πάνε στο μέλι ή σε οτιδήποτε γλυκό )
μενιάζω : λερώνω , πασαλείβω ( ίσως από το αρχ. μίασμα = μόλυνση )
μενούτο (το) : το λεπτό της ώρας ( ιταλ minuto )
μερδί (το) : το μερί , ο μηρός ( ελληνστ μήριον )
μερδικό (το) : το μερίδιο ( συνήθως χρησιμοποιούνταν για το μερίδιο σε κάποιο ορυχείο ) ( ελληνιστ μερίδιον = μικρό μέρος )
μερμήγκιά (η) : μικρό σαρκώδες εξόγκωμα στο δέρμα των χεριών ή των ποδιών του ανθρώπου ( λεγόταν έτσι λόγω σχήματος που έμοιαζε με την μυρμηγκοφωλιά )
μεσακός (ο) : ο γεμάτος μέχρι τη μέση
μηνώ : στέλνω μήνυμα , ειδοποιώ ( αρχ. μηνύω = αποκαλύπτω )
μιλησός του μιλησού : μεταφορικά : " δεν έχει μιλησό του μιλησού '' = δεν ακούει τίποτα
μοιράσι (το) : η μοιρασά
μόμολο (το) : ο γέρος ή το μικρό παιδί , σαν βρισιά όμως ( ιταλ mommolo )
μόστρα (η) : η βιτρίνα (λατιν mostra )
μούλικο (το) : νόθο παιδί ( ενετ mulus = νόθος - ημίονος )
μπαϊρντισα : εξανλήθηκα , βασανίστικα , κουράστικα ( τουρκ. bayild )
μπαλαούρο (το) : η φυλακή ( ιταλ. ballauro )
μπαμπέσης (ο) : ο ύπουλος ( αλβαν pabes )
μπαξίσι (το) : το φιλοδώρημα ( τουρκ bahsis )
μπασκανία (η) : η βασκανία , το ''μάτι'' ( αρχ. βασκανία )
μπασκίνας (ο) : ο χωροφύλακας ( τουρκ baskin )
μπάστακας (ο) : αυτός που μένει , ενοχλητικά , ασάλευτος
μπαστούρα (η) : σχοινί που δένουν το μπροστά με το πίσω πόδι ενός ζώου για να μη
μπορεί να περπατήσει ( από το βαστώ ^ βαστούρα )
μπατζανέμι (το) : η '' απανεμιά ''
μπελτές (ο) : ο τοματοπολτός ( τουρ pelte )
μπερντές (ο) : η κουρτίνα ( τουρκ. perde )
μπιτ : αόριστη αντωνυμία : τίποτα ( τουρκ bit )
μπλεάρω : πεθαίνω από τη πείνα
μπλέχτρι (το) : η τρικλοποδιά ( από το αρχ. μπλέκω = μπερδεύομαι σε κάτι )
μπουγάζι (το) : το ρεύμα αέρα ( τουρκ bogaz )
μπουξαδόρος (ο) : αυτός που παίζει μποξ
μπριάδι (το) : βαθιά και απότομη ρεματιά
μπώθω : σπρώχνω ( από το αρχ. απωθώ )
μυγιάζομαι : είμαι πολύ ευεραισθητος ( από την αντίδραση της μύγας όταν νιώσει κίνηση )
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου