Θαμάζω : θαυμάζω ( αρχ. θαυμάζω )
θαμπάγρα (η) : η θαμπάδα ( από το ''θαμπός'' )
θανατερός (ο) : ο θανάσιμος ( από το αρχ. θάνατος )
θαρρέβγομαι : θαρεύομαι = εμπιστεύομαι ( από το ''θαρρώ'' )
θαρρεμός (ο) : το '' θάρρος ''
θαρροπλανιέμαι : ξεγελιέμαι ( θαρρώ / έχω εμπιστοσύνη + πλανιέμαι / εξαπατούμαι )
θάρρος (το) : η εμπιστοσύνη ( αρχ. θάρρος = εμπιστοσύνη )
θαρρώ : νομίζω ( αρχ. θαρρώ = έχω εμπιστοσύνη )
θεάζω : μεταφορικά : εξοργίζομαι , βλαστημώ ( κυριολεκτικά : αρχ. εκθειάζω = λατρεύω το Θεό )
θέλημα (το) : η παραγγελιά , η επιθυμία ( αρχ. θέλημα )
θεολικό (το) : η πίστη κάποιου στο Θεό
θεούσα (η) : γυναίκα που παριστάνει την πολύ πιστή στο λόγο του Θεού
θεοφκησμένος (ο) : αυτός που έχει την ευχή του Θεού ( Θεός + ευκή / ευχή )
θεριακλής (ο) : ο μανιώδης καπνιστής ( τουρκ tiryak )
θερίδα (η) : κυβική βαθούλωμα εκ κατασκευής ενός τοίχου που χρησιμοποιούνταν σαν ντουλάπι ( αρχ. θυρις = πορτά , άνοιγμα )
θέρμη (η) : η ελονοσία ( επειδή η συγκεκριμένη αρρώστια ανεβάζει υψηλό πυρετό ) ΚΧ
θεσιάρω : θα σου κάνω κάτι κακό ( ίσως παράφραση του ''θερίζω'' )
θηλακούρι (το) : η θήκη ( από το ''θηλυκώνω'' )
θράψαλα (τα) : τα θρύψαλα = κομμάτια από κάτι που έσπασε ( αρχ θρύπτω = κομματιάζω )
θρέφω : εκτρέφω , ταϊζω , μεγαλώνω ( αρχ. θρέψω )
θρεψίνη (η) : το θρεπτικό εδεσμα , το γλυκό ( από το ''θρέφω'' )
θρονί (το) : ο θρόνος ( αρχ. θρόνος )
θρονιάζω : κάθομαι κάπου και δεν σηκώνομαι ( κάθομαι στο θρόνο )
θύμας : προστακτική του ''θυμάμαι'' ( = να θυμάσαι )
θύμηση (η) : η ανάμνηση ( αρχ. ενθύμησις )
θωρώ : βλέπω ( ίσως αρχ θεωρώ = κοιτάζω , παρατηρώ )
θαμπάγρα (η) : η θαμπάδα ( από το ''θαμπός'' )
θανατερός (ο) : ο θανάσιμος ( από το αρχ. θάνατος )
θαρρέβγομαι : θαρεύομαι = εμπιστεύομαι ( από το ''θαρρώ'' )
θαρρεμός (ο) : το '' θάρρος ''
θαρροπλανιέμαι : ξεγελιέμαι ( θαρρώ / έχω εμπιστοσύνη + πλανιέμαι / εξαπατούμαι )
θάρρος (το) : η εμπιστοσύνη ( αρχ. θάρρος = εμπιστοσύνη )
θαρρώ : νομίζω ( αρχ. θαρρώ = έχω εμπιστοσύνη )
θεάζω : μεταφορικά : εξοργίζομαι , βλαστημώ ( κυριολεκτικά : αρχ. εκθειάζω = λατρεύω το Θεό )
θέλημα (το) : η παραγγελιά , η επιθυμία ( αρχ. θέλημα )
θεολικό (το) : η πίστη κάποιου στο Θεό
θεούσα (η) : γυναίκα που παριστάνει την πολύ πιστή στο λόγο του Θεού
θεοφκησμένος (ο) : αυτός που έχει την ευχή του Θεού ( Θεός + ευκή / ευχή )
θεριακλής (ο) : ο μανιώδης καπνιστής ( τουρκ tiryak )
θερίδα (η) : κυβική βαθούλωμα εκ κατασκευής ενός τοίχου που χρησιμοποιούνταν σαν ντουλάπι ( αρχ. θυρις = πορτά , άνοιγμα )
θέρμη (η) : η ελονοσία ( επειδή η συγκεκριμένη αρρώστια ανεβάζει υψηλό πυρετό ) ΚΧ
θεσιάρω : θα σου κάνω κάτι κακό ( ίσως παράφραση του ''θερίζω'' )
θηλακούρι (το) : η θήκη ( από το ''θηλυκώνω'' )
θράψαλα (τα) : τα θρύψαλα = κομμάτια από κάτι που έσπασε ( αρχ θρύπτω = κομματιάζω )
θρέφω : εκτρέφω , ταϊζω , μεγαλώνω ( αρχ. θρέψω )
θρεψίνη (η) : το θρεπτικό εδεσμα , το γλυκό ( από το ''θρέφω'' )
θρονί (το) : ο θρόνος ( αρχ. θρόνος )
θρονιάζω : κάθομαι κάπου και δεν σηκώνομαι ( κάθομαι στο θρόνο )
θύμας : προστακτική του ''θυμάμαι'' ( = να θυμάσαι )
θύμηση (η) : η ανάμνηση ( αρχ. ενθύμησις )
θωρώ : βλέπω ( ίσως αρχ θεωρώ = κοιτάζω , παρατηρώ )
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου