βαβούνι (το) : το ζωύφιο ( παράφρασή του ''μαμούνι'' )
βάι βάι : επιφώνημα : αλίμονο ( τουρκ. vay )
βακαλάος (ο) : ο " μπακαλιάρος '' ( ισπανικά bacalao )
βακέτα (η) : χοντρό κατεργασμένο δέρμα, συνήθως μοσχαριού ( ενετ vacheta )
βαποράκι (το) : το σίδερο για το σιδέρωμα = μεταλλικό δοχείο με χοντρή βάση και καπάκι με χειρολαβή όπου μέσα τοποθετούνταν κάρβουνα ( ονομαζόταν έτσι λόγω σχήματος )
βαργιόμοιρος (ο) : ο κακομοίρης , αυτός που η μοίρα του επιφύλαξε μεγάλα βάρη
βάρδα : προειδοποίηση για κάποιο κίνδυνο ( ''φυλάξου'' , ''πρόσεχέ'' ) ( ενετ varda =πρόσεχε )
βάρδα μπένα : πρόσεχε πολύ ( βάρδα / varda / πρόσεχε + μπένα / ιταλ. ben / πολύ )
βάρδουλο (το) : δερμάτινη λωρίδα γύρω από το πέλμα του υποδήματος πάνω στην οποία ραβόταν η σόλα ( ενετ vardolo )
βασιλεμός (ο) : το ηλιοβασίλεμα
βατεύεω : για τα ζώα : γονιμοποιώ ( ελληνιστ βατεύω )
βεγγέρα (η) : βραδινή συγκέντρωση σε κάποιο σπίτι ( ιταλ vegghera )
βελζεβούλης (ο) : ο διάβολος ( εβρ be el zebh b = ο άρχοντας των μυγών )
βεντούζα (η) : μικρό γυάλινο δοχείο με ανοιχτό στόμιο , που αφού θερμανθεί το στόμιο του , προσκολλάται στην πλάτη του ασθενή για θεραπευτικούς λόγους ( ενετ ventosa )
βέργα (η) : λεπτό και ίσιο κλαδί καθαρισμένο από τα φύλλα ( ιταλ vegra )
βερεσέδια (τα) : η πίστωση ( τουρκ veresiye )
βιβίτακας (ο) : σαν βρισιά : ο χαζός
βιγλίζω : παρατηρώ ( από το ''βίγλα'' )
βιδέλο (το) : το μοσχάρι ( ιταλ vitello , τουρ videle = το κρέας ή το δέρμα του μοσχαριού )
βιζινές (ο) : η ζυγαριά ( ίσως λατιν. business = δουλειά , εργασία )
βίος : επίρρημα : πολύ
βίτσα (η) : λεπτή βέργα ( ενετ vitea , σλαβ. vitsa )
βλακέντιος (ο) : επίσημα και ειρωνικά ο βλάκας με την συγκριτική κατάληξη των λατινικών ''-έντιος''
βλογιοκομμένος (ο) : αυτός που έχει την ευλογία την αρρώστια
βοή (η) : η φασαρία ( αρχ. βοή )
βοή ντου νού μου : έκφραση που σημαίνει : αλίμονο μου ( βοή του νου μου )
βοή που μού ρθενε : έκφραση που σημαίνει : εάν είναι δυνατόν ( βοή που μου ήρθε )
Βόθροι (οι) : η Κόρωνος (αρχ. βόθρος = λάκκος )
βολή (η) : η σωστή μεριά ( αντίθετο = ανάποδη ) ( από το ''βολεύω'' )
βολοδέρνω : γυρίζω άσκοπα ( ίσως από το ιταλικό ''volta'' = περίπατος )
βολύμι (το) : το μέταλλο μολύβι ( αναγραμματισμός της λέξης )
βόσκα (η) : η εργασία του βοσκού
βουβαίνομαι : μου κόβεται η ομιλία , το βουλώνω ( εληνστ βωβός = άφωνος )
βούθουνας (ο) : ο βαθύς λάκκος
βούκινο (το) : μεγάλο κοχύλι που χρησιμοποιούσαν σαν κόρνα οι ψαράδες ( λατιν bucina )
βούκλα (η) : ο χαλκάς
βουλώ : γκρεμίζω ( από το βουλιάζω = αρχ. βολίζω )
βουρ : η ορμή ( τουρκ vour ) ( '' βουρ στο πατσά '' )
βουρλίζομαι : σαν έκφραση : κάνω σβούρες , κάνω ότι θέλω ( από το ''σβουρίζω'' ) ( '' μωρε δε πα να βουρλίζουντενε , εώ θα φύω '' )
βούτα (η) : η κλεψιά , η αρπαγή ( από το ''βουτώ'' = κλέβω , αρπάζω )
βουτάκι : έκφραση που σημαίνει πως κάτι είναι βρεγμένο ( από το ''βουτώ'' = βυθίζω )
βρέσιμο (το) : το αρχαίο αντικείμενο ( προϊόν αρχαιοκαπηλίας ) ( από το ''βρίσκω'' )
βριάζω : αναβλύζω ( αρχ. βρύω )
βροντοβουλώ : γκρεμίζω κάτι γρήγορα και κάνω πολύ θόρυβο ( βροντή + βουλώ / γκρεμίζω )
βρουκούακας (ο) : ο βρικόλακας ( βουλγ vikrolak )
βρωμοκοπώ : είμαι πολύ βρώμικος
βρωμοσοπλίζω : βρωμάω
βυζάντιο : χαρακτηρισμός για ένα πολύ καλό κρασί , όπως λέμε σήμερα ''νέκταρ'' ( δηλαδή κατάλληλο για να το ποιούν στο Βυζάντιο )
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου