έβγα (το) : η έξοδος ( από το βγαίνω )
έγκουσα (η) : η δυσφορία ( ενετ angossa = δυσκολία στην αναπνοή , δύσπνοια , αγκομαχητό ) ( '' έγκουσα σε βαστά '' )
εγρέος (ο) : βορειοανατολικός άνεμος ( ενετ grego )
εδάδα : χρονικό επίρρημα : τώρα
έηπα : τοπικό επίρρημα : εδώ
ειδεμή : επίρρημα τροπικό : ειδάλλως , αλλιώς ( αρχ. ει δε μη ) ( '' πάρτα όα ειδεμή μη πάρεις τίοτα '' )
ειτονιά (η) : η γειτονιά ( αρχ. γειτονία )
ελάδα (η) : η αγελάδα
ελεϊκό : μεταφορικά και ως επίρρημα : τίποτα ( από το ''έλεος'' )
ελεϊκό τσ' ελεημοσύνης : μεταφορικά και ως επίρρημα : απολύτως τίποτα
ελικία (η) : η ηλικία ( αρχ. ηλικία = ο χρόνος της ζωής )
ελώ : γελώ ( αρχ. γελώ )
εμ (1) : ως αντιθετικός σύνδεσμος : ε μα ( '' εμ ήτα άλλο ήθελες να κάμω ? '' )
εμ (2) : ως επιφώνημα : ε μα ( '' εμ! φυσικό ήτονε '' )
εμ (3) : ως συμπλεκτικός σύνδεσμος : εμ ( τουρκ. hem … hem ) ( '' εμ μου καθούσουνε στο ρεύμα εμ μου λες πως εκράωσες '' )
εμιλιά (η) : η ομιλία ( αρχ. ομιλία = συνανστροφή )
εμόζω : γεμίζω ( αρχ. γεμίζω = φορτώνω )
έμορφος (ο) : ο όμορφος ( αρχ. έμορφος )
έμπα έβγα : έκφραση η οποία σημαίνει σημαίνει : κάποιος μπαίνει και βγαίνει συνεχώς
εμπατούρα (η) : η είσοδος ( αρχ έμπασις = είσοδος )
έμπολη (η) : η αλλαγή πορείας του νερού μέσα στο ναό / χαντάκι ( από το ''εμβολίζω'' )
έννοια (η) : η σκέψη , η ανησυχία ( αρχ. έννοια )
εντιμότη (η) : η εντιμότητα ( αρχ. εντιμότης )
εξάπαντος : επίρρημα : οπωσδήποτε ( αχ εξ άπαντος = με οποιαδήποτε αιτία )
εξάψαλμος (ο) : μεταφορικά : το μάλωμα , η επίπληξη ( κυριολεκτικά : μια σειρά από έξι ψαλμούς στον όρθο ) ( '' ήκουσενε τον εξάψαλμο '' )
έξε : έξι ( αρχ. εξ )
εξόμου : επίρρημα : εκτός ( αρχ. εξόν ) /ΚΧ
εουτός : αντωνυμία δεικτική : ετούτος , αυτός ( αρχ. ούτος )
επά : τοπικό επίρρημα : εδώ
επειδής : αιτιολογικός σύνδεσμος : επειδή ( αρχ. επειδή )
επιδεξιότη (η) : η επιδεξιότητα ( αρχ. επιδεξιότις )
επίζαβος (ο) : σαν βρισιά : ο υπερβολικά βλάκας
επίφοβος (ο) : ο επικίνδυνος , αυτός που πρέπει να τον φοβάσε ( επί + φόβος )
επόφαα : απόφαγα , αποτέλειωσα το φαγητό μου
ερά : ως επίρρημα : γερά ( '' βάστα ερά '' )
έρμος (ο) : ο έρημος , ο μόνος , αυτός που δεν έχει βοήθεια ( '' τι 'χαν τα έρμα και ψοφούσαν '' ) ( αρχ. έρημος )
εροντοθυατέρα (η) : η γεροντοθυγατέρα , η γεροντοκόρη ( γέροντας + θυγατέρα )
ερπίζω : ελπίζω ( αρχ. ελπίζω )
εστρεμός (ο) : η επιστροφή ( από το ''στρέφομαι'' = κάνω στροφή στη πορεία μου )
ετότες : επίρρημα χρονικό : τότε ( αρχ. τότε )
ετού : τοπικό επίρημα : εκεί ( αρχ. αυτού = ακριβώς εκεί )
ετσά : επίρρημα τροπικό : έτσι ( αρχ ούτοσι )
ετώρα : χρονικό επίρρημα : τώρα ( ελληνιστ τώρα )
έχθρητα (τα) : οι έχθρες ( αρχ. έχθρα )
εώ : εγώ ( αρχ. εγώ )
έγκουσα (η) : η δυσφορία ( ενετ angossa = δυσκολία στην αναπνοή , δύσπνοια , αγκομαχητό ) ( '' έγκουσα σε βαστά '' )
εγρέος (ο) : βορειοανατολικός άνεμος ( ενετ grego )
εδάδα : χρονικό επίρρημα : τώρα
έηπα : τοπικό επίρρημα : εδώ
ειδεμή : επίρρημα τροπικό : ειδάλλως , αλλιώς ( αρχ. ει δε μη ) ( '' πάρτα όα ειδεμή μη πάρεις τίοτα '' )
ειτονιά (η) : η γειτονιά ( αρχ. γειτονία )
ελάδα (η) : η αγελάδα
ελεϊκό : μεταφορικά και ως επίρρημα : τίποτα ( από το ''έλεος'' )
ελεϊκό τσ' ελεημοσύνης : μεταφορικά και ως επίρρημα : απολύτως τίποτα
ελικία (η) : η ηλικία ( αρχ. ηλικία = ο χρόνος της ζωής )
ελώ : γελώ ( αρχ. γελώ )
εμ (1) : ως αντιθετικός σύνδεσμος : ε μα ( '' εμ ήτα άλλο ήθελες να κάμω ? '' )
εμ (2) : ως επιφώνημα : ε μα ( '' εμ! φυσικό ήτονε '' )
εμ (3) : ως συμπλεκτικός σύνδεσμος : εμ ( τουρκ. hem … hem ) ( '' εμ μου καθούσουνε στο ρεύμα εμ μου λες πως εκράωσες '' )
εμιλιά (η) : η ομιλία ( αρχ. ομιλία = συνανστροφή )
εμόζω : γεμίζω ( αρχ. γεμίζω = φορτώνω )
έμορφος (ο) : ο όμορφος ( αρχ. έμορφος )
έμπα έβγα : έκφραση η οποία σημαίνει σημαίνει : κάποιος μπαίνει και βγαίνει συνεχώς
εμπατούρα (η) : η είσοδος ( αρχ έμπασις = είσοδος )
έμπολη (η) : η αλλαγή πορείας του νερού μέσα στο ναό / χαντάκι ( από το ''εμβολίζω'' )
έννοια (η) : η σκέψη , η ανησυχία ( αρχ. έννοια )
εντιμότη (η) : η εντιμότητα ( αρχ. εντιμότης )
εξάπαντος : επίρρημα : οπωσδήποτε ( αχ εξ άπαντος = με οποιαδήποτε αιτία )
εξάψαλμος (ο) : μεταφορικά : το μάλωμα , η επίπληξη ( κυριολεκτικά : μια σειρά από έξι ψαλμούς στον όρθο ) ( '' ήκουσενε τον εξάψαλμο '' )
έξε : έξι ( αρχ. εξ )
εξόμου : επίρρημα : εκτός ( αρχ. εξόν ) /ΚΧ
εουτός : αντωνυμία δεικτική : ετούτος , αυτός ( αρχ. ούτος )
επά : τοπικό επίρρημα : εδώ
επειδής : αιτιολογικός σύνδεσμος : επειδή ( αρχ. επειδή )
επιδεξιότη (η) : η επιδεξιότητα ( αρχ. επιδεξιότις )
επίζαβος (ο) : σαν βρισιά : ο υπερβολικά βλάκας
επίφοβος (ο) : ο επικίνδυνος , αυτός που πρέπει να τον φοβάσε ( επί + φόβος )
επόφαα : απόφαγα , αποτέλειωσα το φαγητό μου
ερά : ως επίρρημα : γερά ( '' βάστα ερά '' )
έρμος (ο) : ο έρημος , ο μόνος , αυτός που δεν έχει βοήθεια ( '' τι 'χαν τα έρμα και ψοφούσαν '' ) ( αρχ. έρημος )
εροντοθυατέρα (η) : η γεροντοθυγατέρα , η γεροντοκόρη ( γέροντας + θυγατέρα )
ερπίζω : ελπίζω ( αρχ. ελπίζω )
εστρεμός (ο) : η επιστροφή ( από το ''στρέφομαι'' = κάνω στροφή στη πορεία μου )
ετότες : επίρρημα χρονικό : τότε ( αρχ. τότε )
ετού : τοπικό επίρημα : εκεί ( αρχ. αυτού = ακριβώς εκεί )
ετσά : επίρρημα τροπικό : έτσι ( αρχ ούτοσι )
ετώρα : χρονικό επίρρημα : τώρα ( ελληνιστ τώρα )
έχθρητα (τα) : οι έχθρες ( αρχ. έχθρα )
εώ : εγώ ( αρχ. εγώ )
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου