ναίσκε : καταφατικό μόριο : ναι
νάμι (το) : η ανάμνηση , η υστεροφημία ( από το ανάμνηση )
ναός (ο) : αυλάκι για το νερό στα περιβόλια ( αρχ νάμα = τρεχούμενο νερό , νάω = τρέχω - πλέω )
νάσου : έκφραση που σημαίνει : εμφανίστηκε κάποιος ή κάτι ( το μόριο να + εσύ )
νατα μας : έκφραση που σημαίνει : εάν είναι δυνατόν
νέμα (το) : το νόημα , το γνέψιμο ( αρχ νεύω = κλίνω το κεφάλι προς τα εμπρός )
νερουμπλίτης (ο) : αυτός που πίνει πολύ νερό ( ίσως νερό + πνίγω , δηλαδή πνίγεται από το πολύ νερό )
νετάρω : εξαντλούμαι ( ενετ netar )
νευροκαβαλίκεμα (το) : η ψύξη , το στραβολαίμιασμα ( νεύρο + ''καβαλικεύω'' / καβαλάω )
νευρόσπασμα (το) : ο νευρικός άνθρωπος , αυτός που σου σπάει τα νεύρα
νέφαμα (το) : η επανεμφάνιση ( ανε + φαίνομαι )
νημα (η) : λεπτό σύρμα η μεταλλικό αντικείμενο με το οποίο τρυπούσαν τα ζώα για να περπατήσουν
νίδρως (ο) : ο ιδρώτας ( αρχ. ιδρώς )
νιονιό (το) : το μυαλό ( ιταλ gnogno = ο άμυαλος )
νιοτόπι (το) : το νέο χωράφι που δημιουργείται σε κάποια πλαγιά ( νιο / νέο + τόπος )
νιτερέσο (το) : το συμφέρον ( ιταλ. Interesso ) /Ψ
νοσσού (η) : ο χώρος όπου κλωσσούν οι κότες ( αρχ. νεοσσος = κοτοπουλάκι )
νοτίζω : υγραίνομαι (αρχ νοτίζω )
νοώ : καταλαβαίνω , κατανοώ (αρχ νοώ )
νταβράντησα : είμαι γεμάτος ζωντάνια ( τουρκ davranmak = στέκω στα πόδια μου )
ντάλα : το κορύφωμα ( τουρκ dal = ακριβώς)
νταμιτζάνα (η) : γυάλινο δοχείο περιτυλιγμένο από ψάθα ( ενετ demegiana )
νταμονάς (ο) : η αρρώστια συμφόρεση ή η συγκοπή ( ίσως λατίν. daemon , αρχ. δαίμων = το πνεύμα του κακού )
νταμπλάς (ο) : η συγκοπή , η αποπληξία ( τουρκ. damla )
νταντανίζομαι : τρέμω ( αρχ τανταλίζω )
ντερλικώνω : τρώω πολύ ( τουρκ dirlik )
ντετζερέδια (τα) : τα κατσαρολικά (τουρκ. tencer = κατσαρόλα )
ντουγρού : εμπρός γρήγορα και σωστά ( τουρκ dogru = σωστά )
ντουζένι (το) : η αρμονία ( τουρκ duzen )
ντουλουμάδες (οι) : οι ντολμάδες ( τουρκ dolma )
ντουνιάς (ο) : ο κόσμος ( τουρκ dunya )
ντουράς (ο) : υφασμάτινο σακίδιο για την πλάτη ( & ντουράδι ή ντουραδάκι ) ( τουρκ torbas )
ντράβαλα (τα) : οι μπελάδες ( ιταλ travaglia = βασανιστική δουλειά )
ντριμπιδώ : χτυπιέμαι
νυχτωδίες (οι) : οι καντάδες ( νύχτα + ωδή )
νώμος (ο) : ο ώμος
νάμι (το) : η ανάμνηση , η υστεροφημία ( από το ανάμνηση )
ναός (ο) : αυλάκι για το νερό στα περιβόλια ( αρχ νάμα = τρεχούμενο νερό , νάω = τρέχω - πλέω )
νάσου : έκφραση που σημαίνει : εμφανίστηκε κάποιος ή κάτι ( το μόριο να + εσύ )
νατα μας : έκφραση που σημαίνει : εάν είναι δυνατόν
νέμα (το) : το νόημα , το γνέψιμο ( αρχ νεύω = κλίνω το κεφάλι προς τα εμπρός )
νερουμπλίτης (ο) : αυτός που πίνει πολύ νερό ( ίσως νερό + πνίγω , δηλαδή πνίγεται από το πολύ νερό )
νετάρω : εξαντλούμαι ( ενετ netar )
νευροκαβαλίκεμα (το) : η ψύξη , το στραβολαίμιασμα ( νεύρο + ''καβαλικεύω'' / καβαλάω )
νευρόσπασμα (το) : ο νευρικός άνθρωπος , αυτός που σου σπάει τα νεύρα
νέφαμα (το) : η επανεμφάνιση ( ανε + φαίνομαι )
νημα (η) : λεπτό σύρμα η μεταλλικό αντικείμενο με το οποίο τρυπούσαν τα ζώα για να περπατήσουν
νίδρως (ο) : ο ιδρώτας ( αρχ. ιδρώς )
νιονιό (το) : το μυαλό ( ιταλ gnogno = ο άμυαλος )
νιοτόπι (το) : το νέο χωράφι που δημιουργείται σε κάποια πλαγιά ( νιο / νέο + τόπος )
νιτερέσο (το) : το συμφέρον ( ιταλ. Interesso ) /Ψ
νοσσού (η) : ο χώρος όπου κλωσσούν οι κότες ( αρχ. νεοσσος = κοτοπουλάκι )
νοτίζω : υγραίνομαι (αρχ νοτίζω )
νοώ : καταλαβαίνω , κατανοώ (αρχ νοώ )
νταβράντησα : είμαι γεμάτος ζωντάνια ( τουρκ davranmak = στέκω στα πόδια μου )
ντάλα : το κορύφωμα ( τουρκ dal = ακριβώς)
νταμιτζάνα (η) : γυάλινο δοχείο περιτυλιγμένο από ψάθα ( ενετ demegiana )
νταμονάς (ο) : η αρρώστια συμφόρεση ή η συγκοπή ( ίσως λατίν. daemon , αρχ. δαίμων = το πνεύμα του κακού )
νταμπλάς (ο) : η συγκοπή , η αποπληξία ( τουρκ. damla )
νταντανίζομαι : τρέμω ( αρχ τανταλίζω )
ντερλικώνω : τρώω πολύ ( τουρκ dirlik )
ντετζερέδια (τα) : τα κατσαρολικά (τουρκ. tencer = κατσαρόλα )
ντουγρού : εμπρός γρήγορα και σωστά ( τουρκ dogru = σωστά )
ντουζένι (το) : η αρμονία ( τουρκ duzen )
ντουλουμάδες (οι) : οι ντολμάδες ( τουρκ dolma )
ντουνιάς (ο) : ο κόσμος ( τουρκ dunya )
ντουράς (ο) : υφασμάτινο σακίδιο για την πλάτη ( & ντουράδι ή ντουραδάκι ) ( τουρκ torbas )
ντράβαλα (τα) : οι μπελάδες ( ιταλ travaglia = βασανιστική δουλειά )
ντριμπιδώ : χτυπιέμαι
νυχτωδίες (οι) : οι καντάδες ( νύχτα + ωδή )
νώμος (ο) : ο ώμος
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου