πααινόρχομαι : πηγαίνω και έρχομαι συνεχώς ( πααίνω / πηγαίνω + έρχομαι )
παγγάδι (το) : μικρό χειροποίητο σκαμνί ( από το ιταλ banco = πάγκος )
παιδεμός (ο) : το βάσανο ( από το παιδεύω )
παιζωγλαντίζω : παίζω ( παίζω + γλεντώ ) ( αρχ παίζω )
πακιαρό (το) : μικρόσωμο και πονηρό παιδί
παλάμισμα (το) : όρκος που έδιναν ακουμπώντας την παλάμη του χεριού τους στην εικόνα της Αγίας Μαρίνας ή της Αργοκοιλιώτισσας
παλιοντζάτζαλο (το) : παλιόπαιδο ( παλιό / κακό + τζάτζαλο / κουρέλι )
πανζουρλισμός (ο) : κατάσταση σύγχυσης αναταραχής και φασαρίας που δημιουργούσε το πολύ πλήθος ( παν + ζούρλα / τρέλα )
πανίζω : βρέχω ή βρέχομαι
πάντα (η) : ύφασμα με παράσταση που κρεμούσαν στο τοίχο πάνω από το κρεβάτι ( από το ''μπάντα'' = πλευρά )
παντζανής (ο) : ο μπατζανάκης ( τουρκ bacanak )
πάπαλα : ποσοτικό επίρρημα : τέλος , δεν έχει άλλο (κυπριακό)( από το ''παύω'' )
παραβγάζω : συνοδεύω κάποιον για να φύγει
παραμάσκαλα : κάτω από τη μασχάλη
παραπόντης (ο) : αυτός που αθετεί το λόγο του ( από παράφραση του παρασπονδία )
παρασκολιανά (τα) : τα ρούχα που φορούσαν τα απογεύματα μετά τη δουλιά αλλά δεν ήταν ''σκολιανά''
παραστημός (ο) : το έξω μέρος του χωραφιού ( παρά + στήνομαι / περιμένω)
παρλάρω : μιλάω ( ιταλ parlar = ομιλία )
πάσα : αόριστη αντωνυμία : κάθε ( αρχ. πας )
πασαπόρτε (το) : το διαβατήριο ( γαλ passeport )
πασεάρω : κάνω βόλτες , δεν βιάζομαι ( από το ''πάσο'' = χωρίς βιασύνη )
πατείς με πατώ : μεταφορική έκφραση : ο μεγάλος συνωστισμός ( κυριολεκτικά : με πατάς και σε πατώ )
πατελίδες (οι) : μικρά οστρακοειδή που κολλάνε στα βράχια δίπλα στο κύμα ( οι πεταλίδες )
πατικώνω : πιέζω ( από το ''πατάω'' )
πατινάδα (η) : τα κοτσάκια , αυθόρμητοι στίχοι για κάποιο γεγονός , συνήθως την επόμενη μέρα του γάμου στο σπίτι των νεόνυμφων ( ενετ madinada )
πατιρντί (το) : η φασαρία ( τουρκ patirdi )
πατούχα (η) : η πατούσα , το πέλμα
πεθυμώ : επιθυμώ
πέμπω : στέλνω ( έπεψα ) ( αρχ πέμπω )
περαωθιάζω : σπρώχνω ( πέρα + ωθώ )
περδιάρι (το) : το περιβόλι
περδικλώνω : μπλέκω τα πόδια , σκοντάφτω , μπερδικλώνω
πεσκέσι (το) : το δώρο ( τουρκ peskes )
πετεινά (τα) : τα πουλιά , τα πετούμενα , τα πτηνά
πετρογκάζι (το) : συσκευή που λειτουργεί με γκάζι ( υγραέριο ) και πάνω σε αυτήν γίνεται το μαγείρεμα ( από την εταιρεία υγραερίου petrogaz )
πι και φι (στο) : έκφραση που σημαίνει ''στα γρήγορα'' ( συντομογραφία του '' πίτσι φιτίλι '' )
πιδόκοπα (τα) : κομμένα σε κομμάτια αχλάδια και ξεραμένα στον ήλιο ( τα '' αμπιδόκοπα '' )
πικρϊά (η) : η πικρή
πιλατέβγω : πιλατεύω = βασανίζω , ενοχλώ ή πειράζω κάποιον
πίμυτα : πέσιμο στ' ανάσκελα ( πίσω + μύτη ) ( χρησιμοποιείται όμως σαν '' μπρούμιτα '' )
πιότερο : περισσότερο ( αρχ. πλειότερον )
πιοτί (το) : το ποτό
πισσούδι (το) : το σκοτεινό ( από το ''πίσσα'' )
πιτσι φιτίλι (στο) : έκφραση που σημαίνει : στα γρήγορα ( πίτσι = ο ήχος του καμένου μπαρουτιού + φιτίλι )
πλανεύω : παραπλανώ , εξαπατώ ( αρχ. πλάνη = εξαπάτηση )
πλάση (η) : το σύμπαν , ότι έπλασε ο Θεός
πλευριτώνομαι : κρυολογώ , με πιάνουν τα πλευρά μου από το κρύωμα
πλιό : επίρρημα : πλέον
πλουμί (το) : το στολίδι ( λατιν. pluma )
ποδάγρα (η) : αρρώστια που πιάνονται τα κάτω άκρα ( αρχ ποδάγρα = παγίδα για τα πόδια )
πόκαμα : τέλειωσα ( πόκαμα / αποκάμα / απόκανα / από + έκανα / τελείωσα )
πολεμώ : μεταφορικά : δουλεύω , προσπαθώ , αγωνίζομαι
πολίμι (το) : εκεί που μαζεύεται ο μούστος στο πατητήρι / λινού ( ίσως από το ''πλημμύρα'' )
πολλά βαρής (ο) : ο μάγκας , αυτός που προχοράει σαν να κουβαλάει πολύ μεγάλο βάρος
πολυλοήτικο (το) : πολλών ειδών
ποναλάκι (ένα) : ο ελαφρύς πόνος
πόστα (η) : το μέρος μέσα στο ορυχείο που έβγαζαν (έπιαναν για να βγάλουν) το σμυρίγλι ( λατιν posto = επίκαιρη θέση )
ποτές των ποτών : έκφραση ως χρονικό επίρρημα , η οποία δίνει μεγάλη έμφαση στο ''ποτέ''
που και λίου : έκφραση : που και που ( που και λίγο )
πούντα (η) : κρυολόγημα ( ιταλ punta )
πουντί (το) : βεράντα με πεζούλια γύρω γύρω ( λατιν. pontis )
πούσι (το) : ομίχλη ( τουρκ pus )
πράιτα (τα) : τα πράγματα
πράμα (το) : το κτήμα ή το ζώο που μου ανήκει
πράματις : επίρρημα : πραγματικά ( αρχ. πράγματι )
πριχού : χρονικό επίρρημα : πριν
προκοπή (η) : η καταξίωση
προπαντός : επίρρημα : πριν από όλα ( αρχ. προ παντός )
προπέτης (ο) : αυτός που βιάζεται να πει ή να κάνει κάτι
προστάβραδο (το) : το σούρουπο , λίγο πριν νυχτώσει ( μπροστά + βράδυ )
πυόματα (τα) : οι φλεγμονόδες πληγές ( από το ''πύο'' )
πυρώνω : θερμαίνω κάποιο αντικείμενο , πυρακτώνω
πυτιά (η) : μαγιά ( τα υγρά από στομάχια των κατσικιών , τα οποία χρησιμοποιούσαν για το πήξιμο του γάλακτος σε τυρί ) ( αρχ. πυτία )
παγγάδι (το) : μικρό χειροποίητο σκαμνί ( από το ιταλ banco = πάγκος )
παιδεμός (ο) : το βάσανο ( από το παιδεύω )
παιζωγλαντίζω : παίζω ( παίζω + γλεντώ ) ( αρχ παίζω )
πακιαρό (το) : μικρόσωμο και πονηρό παιδί
παλάμισμα (το) : όρκος που έδιναν ακουμπώντας την παλάμη του χεριού τους στην εικόνα της Αγίας Μαρίνας ή της Αργοκοιλιώτισσας
παλιοντζάτζαλο (το) : παλιόπαιδο ( παλιό / κακό + τζάτζαλο / κουρέλι )
πανζουρλισμός (ο) : κατάσταση σύγχυσης αναταραχής και φασαρίας που δημιουργούσε το πολύ πλήθος ( παν + ζούρλα / τρέλα )
πανίζω : βρέχω ή βρέχομαι
πάντα (η) : ύφασμα με παράσταση που κρεμούσαν στο τοίχο πάνω από το κρεβάτι ( από το ''μπάντα'' = πλευρά )
παντζανής (ο) : ο μπατζανάκης ( τουρκ bacanak )
πάπαλα : ποσοτικό επίρρημα : τέλος , δεν έχει άλλο (κυπριακό)( από το ''παύω'' )
παραβγάζω : συνοδεύω κάποιον για να φύγει
παραμάσκαλα : κάτω από τη μασχάλη
παραπόντης (ο) : αυτός που αθετεί το λόγο του ( από παράφραση του παρασπονδία )
παρασκολιανά (τα) : τα ρούχα που φορούσαν τα απογεύματα μετά τη δουλιά αλλά δεν ήταν ''σκολιανά''
παραστημός (ο) : το έξω μέρος του χωραφιού ( παρά + στήνομαι / περιμένω)
παρλάρω : μιλάω ( ιταλ parlar = ομιλία )
πάσα : αόριστη αντωνυμία : κάθε ( αρχ. πας )
πασαπόρτε (το) : το διαβατήριο ( γαλ passeport )
πασεάρω : κάνω βόλτες , δεν βιάζομαι ( από το ''πάσο'' = χωρίς βιασύνη )
πατείς με πατώ : μεταφορική έκφραση : ο μεγάλος συνωστισμός ( κυριολεκτικά : με πατάς και σε πατώ )
πατελίδες (οι) : μικρά οστρακοειδή που κολλάνε στα βράχια δίπλα στο κύμα ( οι πεταλίδες )
πατικώνω : πιέζω ( από το ''πατάω'' )
πατινάδα (η) : τα κοτσάκια , αυθόρμητοι στίχοι για κάποιο γεγονός , συνήθως την επόμενη μέρα του γάμου στο σπίτι των νεόνυμφων ( ενετ madinada )
πατιρντί (το) : η φασαρία ( τουρκ patirdi )
πατούχα (η) : η πατούσα , το πέλμα
πεθυμώ : επιθυμώ
πέμπω : στέλνω ( έπεψα ) ( αρχ πέμπω )
περαωθιάζω : σπρώχνω ( πέρα + ωθώ )
περδιάρι (το) : το περιβόλι
περδικλώνω : μπλέκω τα πόδια , σκοντάφτω , μπερδικλώνω
πεσκέσι (το) : το δώρο ( τουρκ peskes )
πετεινά (τα) : τα πουλιά , τα πετούμενα , τα πτηνά
πετρογκάζι (το) : συσκευή που λειτουργεί με γκάζι ( υγραέριο ) και πάνω σε αυτήν γίνεται το μαγείρεμα ( από την εταιρεία υγραερίου petrogaz )
πι και φι (στο) : έκφραση που σημαίνει ''στα γρήγορα'' ( συντομογραφία του '' πίτσι φιτίλι '' )
πιδόκοπα (τα) : κομμένα σε κομμάτια αχλάδια και ξεραμένα στον ήλιο ( τα '' αμπιδόκοπα '' )
πικρϊά (η) : η πικρή
πιλατέβγω : πιλατεύω = βασανίζω , ενοχλώ ή πειράζω κάποιον
πίμυτα : πέσιμο στ' ανάσκελα ( πίσω + μύτη ) ( χρησιμοποιείται όμως σαν '' μπρούμιτα '' )
πιότερο : περισσότερο ( αρχ. πλειότερον )
πιοτί (το) : το ποτό
πισσούδι (το) : το σκοτεινό ( από το ''πίσσα'' )
πιτσι φιτίλι (στο) : έκφραση που σημαίνει : στα γρήγορα ( πίτσι = ο ήχος του καμένου μπαρουτιού + φιτίλι )
πλανεύω : παραπλανώ , εξαπατώ ( αρχ. πλάνη = εξαπάτηση )
πλάση (η) : το σύμπαν , ότι έπλασε ο Θεός
πλευριτώνομαι : κρυολογώ , με πιάνουν τα πλευρά μου από το κρύωμα
πλιό : επίρρημα : πλέον
πλουμί (το) : το στολίδι ( λατιν. pluma )
ποδάγρα (η) : αρρώστια που πιάνονται τα κάτω άκρα ( αρχ ποδάγρα = παγίδα για τα πόδια )
πόκαμα : τέλειωσα ( πόκαμα / αποκάμα / απόκανα / από + έκανα / τελείωσα )
πολεμώ : μεταφορικά : δουλεύω , προσπαθώ , αγωνίζομαι
πολίμι (το) : εκεί που μαζεύεται ο μούστος στο πατητήρι / λινού ( ίσως από το ''πλημμύρα'' )
πολλά βαρής (ο) : ο μάγκας , αυτός που προχοράει σαν να κουβαλάει πολύ μεγάλο βάρος
πολυλοήτικο (το) : πολλών ειδών
ποναλάκι (ένα) : ο ελαφρύς πόνος
πόστα (η) : το μέρος μέσα στο ορυχείο που έβγαζαν (έπιαναν για να βγάλουν) το σμυρίγλι ( λατιν posto = επίκαιρη θέση )
ποτές των ποτών : έκφραση ως χρονικό επίρρημα , η οποία δίνει μεγάλη έμφαση στο ''ποτέ''
που και λίου : έκφραση : που και που ( που και λίγο )
πούντα (η) : κρυολόγημα ( ιταλ punta )
πουντί (το) : βεράντα με πεζούλια γύρω γύρω ( λατιν. pontis )
πούσι (το) : ομίχλη ( τουρκ pus )
πράιτα (τα) : τα πράγματα
πράμα (το) : το κτήμα ή το ζώο που μου ανήκει
πράματις : επίρρημα : πραγματικά ( αρχ. πράγματι )
πριχού : χρονικό επίρρημα : πριν
προκοπή (η) : η καταξίωση
προπαντός : επίρρημα : πριν από όλα ( αρχ. προ παντός )
προπέτης (ο) : αυτός που βιάζεται να πει ή να κάνει κάτι
προστάβραδο (το) : το σούρουπο , λίγο πριν νυχτώσει ( μπροστά + βράδυ )
πυόματα (τα) : οι φλεγμονόδες πληγές ( από το ''πύο'' )
πυρώνω : θερμαίνω κάποιο αντικείμενο , πυρακτώνω
πυτιά (η) : μαγιά ( τα υγρά από στομάχια των κατσικιών , τα οποία χρησιμοποιούσαν για το πήξιμο του γάλακτος σε τυρί ) ( αρχ. πυτία )
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου