Δευτέρα, 25 Μαΐου 2009

Π

πααινόρχομαι : πηγαίνω και έρχομαι συνεχώς ( πααίνω / πηγαίνω + έρχομαι )

παγγάδι (το) : μικρό χειροποίητο σκαμνί ( από το ιταλ banco = πάγκος )

παιδεμός (ο) : το βάσανο ( από το παιδεύω )

παιζωγλαντίζω : παίζω ( παίζω + γλεντώ ) ( αρχ παίζω )

πακιαρό (το) : μικρόσωμο και πονηρό παιδί

παλάμισμα (το) : όρκος που έδιναν ακουμπώντας την παλάμη του χεριού τους στην εικόνα της Αγίας Μαρίνας ή της Αργοκοιλιώτισσας

παλιοντζάτζαλο (το) : παλιόπαιδο ( παλιό / κακό + τζάτζαλο / κουρέλι )

πανζουρλισμός (ο) : κατάσταση σύγχυσης αναταραχής και φασαρίας που δημιουργούσε το πολύ πλήθος ( παν + ζούρλα / τρέλα )

πανίζω : βρέχω ή βρέχομαι

πάντα (η) : ύφασμα με παράσταση που κρεμούσαν στο τοίχο πάνω από το κρεβάτι ( από το ''μπάντα'' = πλευρά )

παντζανής (ο) : ο μπατζανάκης ( τουρκ bacanak )

πάπαλα : ποσοτικό επίρρημα : τέλος , δεν έχει άλλο (κυπριακό)( από το ''παύω'' )

παραβγάζω : συνοδεύω κάποιον για να φύγει

παραμάσκαλα : κάτω από τη μασχάλη

παραπόντης (ο) : αυτός που αθετεί το λόγο του ( από παράφραση του παρασπονδία )

παρασκολιανά (τα) : τα ρούχα που φορούσαν τα απογεύματα μετά τη δουλιά αλλά δεν ήταν ''σκολιανά''

παραστημός (ο) : το έξω μέρος του χωραφιού ( παρά + στήνομαι / περιμένω)

παρλάρω : μιλάω ( ιταλ parlar = ομιλία )

πάσα : αόριστη αντωνυμία : κάθε ( αρχ. πας )

πασαπόρτε (το) : το διαβατήριο ( γαλ passeport )

πασεάρω : κάνω βόλτες , δεν βιάζομαι ( από το ''πάσο'' = χωρίς βιασύνη )

πατείς με πατώ : μεταφορική έκφραση : ο μεγάλος συνωστισμός ( κυριολεκτικά : με πατάς και σε πατώ )

πατελίδες (οι) : μικρά οστρακοειδή που κολλάνε στα βράχια δίπλα στο κύμα ( οι πεταλίδες )

πατικώνω : πιέζω ( από το ''πατάω'' )

πατινάδα (η) : τα κοτσάκια , αυθόρμητοι στίχοι για κάποιο γεγονός , συνήθως την επόμενη μέρα του γάμου στο σπίτι των νεόνυμφων ( ενετ madinada )

πατιρντί (το) : η φασαρία ( τουρκ patirdi )

πατούχα (η) : η πατούσα , το πέλμα

πεθυμώ : επιθυμώ

πέμπω : στέλνω ( έπεψα ) ( αρχ πέμπω )

περαωθιάζω : σπρώχνω ( πέρα + ωθώ )

περδιάρι (το) : το περιβόλι

περδικλώνω : μπλέκω τα πόδια , σκοντάφτω , μπερδικλώνω

πεσκέσι (το) : το δώρο ( τουρκ peskes )

πετεινά (τα) : τα πουλιά , τα πετούμενα , τα πτηνά

πετρογκάζι (το) : συσκευή που λειτουργεί με γκάζι ( υγραέριο ) και πάνω σε αυτήν γίνεται το μαγείρεμα ( από την εταιρεία υγραερίου petrogaz )

πι και φι (στο) : έκφραση που σημαίνει ''στα γρήγορα'' ( συντομογραφία του '' πίτσι φιτίλι '' )

πιδόκοπα (τα) : κομμένα σε κομμάτια αχλάδια και ξεραμένα στον ήλιο ( τα '' αμπιδόκοπα '' )

πικρϊά (η) : η πικρή

πιλατέβγω : πιλατεύω = βασανίζω , ενοχλώ ή πειράζω κάποιον

πίμυτα : πέσιμο στ' ανάσκελα ( πίσω + μύτη ) ( χρησιμοποιείται όμως σαν '' μπρούμιτα '' )

πιότερο : περισσότερο ( αρχ. πλειότερον )

πιοτί (το) : το ποτό

πισσούδι (το) : το σκοτεινό ( από το ''πίσσα'' )

πιτσι φιτίλι (στο) : έκφραση που σημαίνει : στα γρήγορα ( πίτσι = ο ήχος του καμένου μπαρουτιού + φιτίλι )

πλανεύω : παραπλανώ , εξαπατώ ( αρχ. πλάνη = εξαπάτηση )

πλάση (η) : το σύμπαν , ότι έπλασε ο Θεός

πλευριτώνομαι : κρυολογώ , με πιάνουν τα πλευρά μου από το κρύωμα

πλιό : επίρρημα : πλέον

πλουμί (το) : το στολίδι ( λατιν. pluma )

ποδάγρα (η) : αρρώστια που πιάνονται τα κάτω άκρα ( αρχ ποδάγρα = παγίδα για τα πόδια )

πόκαμα : τέλειωσα ( πόκαμα / αποκάμα / απόκανα / από + έκανα / τελείωσα )

πολεμώ : μεταφορικά : δουλεύω , προσπαθώ , αγωνίζομαι

πολίμι (το) : εκεί που μαζεύεται ο μούστος στο πατητήρι / λινού ( ίσως από το ''πλημμύρα'' )

πολλά βαρής (ο) : ο μάγκας , αυτός που προχοράει σαν να κουβαλάει πολύ μεγάλο βάρος

πολυλοήτικο (το) : πολλών ειδών

ποναλάκι (ένα) : ο ελαφρύς πόνος

πόστα (η) : το μέρος μέσα στο ορυχείο που έβγαζαν (έπιαναν για να βγάλουν) το σμυρίγλι ( λατιν posto = επίκαιρη θέση )

ποτές των ποτών : έκφραση ως χρονικό επίρρημα , η οποία δίνει μεγάλη έμφαση στο ''ποτέ''

που και λίου : έκφραση : που και που ( που και λίγο )

πούντα (η) : κρυολόγημα ( ιταλ punta )

πουντί (το) : βεράντα με πεζούλια γύρω γύρω ( λατιν. pontis )

πούσι (το) : ομίχλη ( τουρκ pus )

πράιτα (τα) : τα πράγματα

πράμα (το) : το κτήμα ή το ζώο που μου ανήκει

πράματις : επίρρημα : πραγματικά ( αρχ. πράγματι )

πριχού : χρονικό επίρρημα : πριν

προκοπή (η) : η καταξίωση

προπαντός : επίρρημα : πριν από όλα ( αρχ. προ παντός )

προπέτης (ο) : αυτός που βιάζεται να πει ή να κάνει κάτι

προστάβραδο (το) : το σούρουπο , λίγο πριν νυχτώσει ( μπροστά + βράδυ )

πυόματα (τα) : οι φλεγμονόδες πληγές ( από το ''πύο'' )

πυρώνω : θερμαίνω κάποιο αντικείμενο , πυρακτώνω

πυτιά (η) : μαγιά ( τα υγρά από στομάχια των κατσικιών , τα οποία χρησιμοποιούσαν για το πήξιμο του γάλακτος σε τυρί ) ( αρχ. πυτία )

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου