αβαρία (η) : η απώλεια εργασίας λόγω ζημιάς ( ενετ avaria )
αβέρτα : συνέχεια ( ενετ averto )
αβουθώ : βάζω πάνω στον ώμο ( ίσως από το ''βοηθώ'' )
αβρωνιά (η) : οφιοειδής βλαστός που τρώγεται ( αρχ βρύω = έχω άφθονο υγρό )
αβυζάριζα : βύζαινα
αγάντα : έκφραση που σημαίνει : ''να έχεις δύναμη'' , ''κουράγιο '' ( κυριολεκτικά είναι ναυτικός όρος και σημαίνει : βάλε δύναμη στο κουπί )
άγαρμπος (ο) : ο άκομψος ή αυτός που οι ενέργειες και οι πράξεις του δεν έχουν χάρη ( στερητικό α+ ιταλ. garbo = κομψότητα )
αγγειό (το) : δοχείο πήλινο ή χάλκινο που χρησιμοποιούσαν για την ανάγκη τους τη νύχτα ( αρχ. αγγείον = δοχείο )
αγγελομαραμός : κάτι ή κάποιος άσχημο ή άσχημος ( άγγελος + ''μαραμός'' / μαραζωμένος )
αγιάζι (το) : η ψύχρα , η υγρασία ( τουρκ ayaz )
αγκερίδα (η) : μακρύ λεπτό ξύλο με καμπύλη στην άκρη για να τραβάνε τα κλαδιά ( από το ''αγκίστρι'' )
αγκύλι (το) : το αγκάθι (αρχ. αγκύλη = αγκάθι , κεντρί )
αγκυλώνω : τσιμπώ ή τρυπάω ( από το ''αγκύλι'' )
αγλέουρας (ο) : μεταφορικά : για να δηλώσουμε πως κάποιος έφαγε πάρα πολύ ( κυριολεκτικά : αρχ. αλλέβορος = είδος δηλητηριώδους βοτάνου )
αγώι (το) : το γαϊδούρι ή το μουλάρι που χρησιμοποιείται επί πληρωμής για μεταφορά υλικών ( αρχ. αγώγιον = φόρτωμα άμαξας )
αδικοφιά (η) : η αδικία ( αrχ. αδικία )
αεκιό : πρόθεση : μετά ( αέκιο = από εκεί )
αεράνι (το) : κατασκευή σε πηγάδι για να βγάζουν το νερό , η οποία μοιάζει με γερανό ( από το ''γερανός'' / αγερανός / αεράνι , όπως και ''Αγερσανί'' )
αθάνατος (ο) : αιωνόβιο φυτό με μεγάλα επιμήκη φύλλα με αγκάθια στις άκρες ( αρχ αγαύη )
αθεόφοβος (ο) : ο τολμηρός , αυτός που δεν φοβάται ούτε τον Θεό
αϊτέβγω : αϊτεύω = λέω κάποια προσευχή για την θεραπεία μιας ασθένειας ( ίσως από το ελληνιστ σαγιτεύω = σαγηνεύω )
ακαμάτης (ο) : αυτός που δεν μπορεί να δουλέψει , ο τεμπέλης ( από το ''κάματος'' = εργασία )
αλαμπουρνέζικα (τα) : ακαταλαβίστικα , δυσνόητα ( ιταλ. alla burlesca = με παιχνιδιάρικο ύφος )
αλετομίζω : κόβω κάτι σε κομάτια , καταστρέφω ( αλέθω + τομή )
αλευριά (η) : βρασμένο αλεύρι με νερό και αλάτι
αλιμπέρτο (το) : το ελεύθερο ( γαλ liberte = ελευθερία )
αλισβερίσι (το) : η συναλλαγή ( τουρκ alicveris = πάρε δώσε )
αλισίβα (η) : απόσταγμα στάχτης χρήσιμο για το πλύσιμο ( ιταλ liscivia )
αλληβούδι (το) : η αλληλοβοήθεια ( κυριολεκτικά : η ανταλλαγή βοδιών από δύο ιδιοκτήτες που είχαν ένα ο καθένας , για να συμπληρώνουν ζευγάρι για το όργωμα )
αλλοπαρμένος (ο) : ο τρελός , ο αλλοπρόσαλλος ( άλλος + παρμένος )
αλμπάνης (ο) : μεταφωρικά : ο απρόσεκτος ( κυριολεκτικά : ο πεταλωτής , τουρκ nalbant )
αμαθιά (η) : το έντερο του γουρουνιού γεμιστό με ρύζι και χορταρικά ( κάτι σαν λουκάνικο , αρχ ματύα = νόστιμο φαγητό )
αμανάτι (το) : το ενέχυρο , η εγγύηση ( τουρκ emanat )
αμανίτες (οι) : τα μανιτάρια ( ελληνιστ αμανίτης = μανιτάρι )
αμάχη (η) : ο τσακωμός , η φιλονικία ( από το αρχ. μάχη )
άμε : πήγενε ( από αρχ. άγωμεν = πάμε )
αμέτι μουχαμέτι : έκφραση που σημναίνει : πεισματικά , '' σώνει και καλά '' ( τουρκ amet muhabbet )
αμολώ : αφήνω ελεύθερο ( ιταλ ammolare = αφήνω )
αμούργα (η) : το κατακάθι του κρασιού ή του λαδιού ( ενετ murca , αρχ αμόργη )
αμουρούζα (η) : η αγαπητικιά , η αραβωνιαστικιά ( ιταλ amore = αγάπη ) /ΚΧ
άμπακος (ο) : μεταφορικά : για να δηλώσουμε πως κάποιος έφαγε πολύ ( '' ήφαεναι τον
άμπακο '' )( κυριολεκτικά : ιταλ. abbaco & αρχ άβαξ = πινάκιο γραφής )
αμπάνιερι : ξεφραγο , κτήμα που δεν έχει περίφραξη ( ίσως μπένω + αέρας )
αμπασά (η) : είσοδος σε φράχτη ( αρχ έμπασις = είσοδος , αγγλ pass = πέρασμα )
αμπιδόκοπα (τα) : κομμένα σε κομμάτια αχλάδια και ξεραμένα στον ήλιο ( αρχ απίδι /
αχλάδι + κόβω )
αμπιρυνάς (ο) : ο πυρήνας = ότι μένει από την ελιά στο ελαιοτριβείο , χρησιμοποιούνταν σαν καύσιμη ύλη
αναδίνω : βγαίνω ( αρχ. αναδύδωμι = δίνω )
αναθύμηση (η) : η ανάμνηση ( ανά / ξανά + θύμηση )
ανάμα : το κόκκινο κρασί που χρησιμοποιείται στην εκκλησία για την Θεία Ευχαριστία ( αρχ νάμα = τρεχούμενο νερό )
αναμπαμπούλα (η) : η αναμπουμπούλα = η αναστάτωση , ο πανικός , η πολύ φασαρία ( ενετ ala babala = στο ''βρόντο'' )
άναξος (ο) : ο ανάξιος
ανασκουμπώθηκα : ξαναετοιμάστηκα ( ανα + κόμπος ( μανίκια) = σηκώνω τα μανίκια )
ανεβαλλούσες (οι) : απότομες ανηφόρες ( από το ''ανεβαίνω'' )
ανεβοάζω : φωνάζω ( ανε + βοή )
ανεγκέματα (τα) : οι πληγές με ποίον ( πληγές από γκέμια , γκέμι = χαλινάρι = τουρκ gem )
ανεγλύφομαι : λιγουρεύομαι , γλύφω τα χείλη μου από κάτι που λιγουρεύτηκα
ανεμοσούρι (το) : ότι σέρνει ο άνεμος
ανέπαρση (η) : η βοήθεια στο σήκωμα ( αρχ. έπαρσις = φούσκωμα )
ανεπρόκοπος (ο) : ο τεμπέλης , αυτός που δεν κάνει προκοπή
ανέφαμα (τα) : η επανεμφάνιση ( ανε + φαίνομαι )
ανεφταόρατο (το) : το άφαντο , το εξαφανισμένο ( επτά φορές αόρατο )
ανεχετζώνω : ανατριχιάζω ( ίσως από το ανε + χαίτη )
αντιμισθία (η) : η πληρωμή σε είδος και όχι με χρήματα ( αντί μισθού )
αντιστιβερίζω : στηρίζω ή κρατάω κόντρα ( ίσως από το στιβαρός = δυνατός , στέρεος )
αντιφεγγίζω : αντανακλώ ( αντί + φέγγω / φωτίζω )
αντράκλα (η) : η γλιστρίδα , ποώδες φυτό που τρώγεται σαν σαλάτα ( αρχ. ανδράχλη )
αξαμπωθιές (οι) : οι σπρωξιές ( από το μπώθω = απωθώ )
αξαμώνω : σημαδεύω ( λατ exam = ζυγίζω , εξετάζω προσεκτικά )
άπατα : βαθιά , χωρίς πάτο / πυθμένα
απίκο : έκφραση που σημαίνει : έτοιμος να ξεκινήσει ( ιταλ a picco )
άπιος (ο) : ο διψασμένος , αυτός που δεν έχει πιει ( στερητικό α + πίνω )
αποδωσίδια (τα) : τα πράγματα που έστελνε / απέδιδε κάποιος σε κάποιον άλλον ( από το αρχ. αποδίδωμι )
αποκοτιά (η) : το θράσος , η τόλμη ( από + κοτάω / τολμώ )
απολύσωνας (ο) : το διώξιμο ( από το ''απόλυση'' ) /ΚΧ
απολυταριά (η) : το πέταγμα του ραβδιού πιασμένο από τη μια του άκρη ( ίσως από παράφραση του ''εξαπολύω / απολύω'' )
απόπατος (ο) : η τουαλέτα , ο καμπινές ( αρχ. απόπατος )
αποφόρι (το) : ρούχο που έχει χρησιμοποιήσει κάποιος πολύ και δεν το φοράει πια ( από + φορώ )
απύρι (το) : πολλές σπίθες μαζί που δείχνουν ότι πύρωσε ο φούρνος
αράδα : πολλά ( ενετ arada = το περιεχόμενο του αλωνιού )
αραλίκι (το) : η απραξία , η ανάπαυση ( τουρκ aralik )
αρίζικος (ο) : ο κακορίζικος , ο άτυχος ( στερητικό α + ριζικό )
αρμάρι (το) : το ερμάριο , το ράφι ( λατ armar )
αρμέω : αρμέγω ( αρχ. αμέλγω )
άρον άρον : έκφραση που σημαίνει : ενέργεια που γίνεται βιαστικά , γρήγορα , ακούσια ή και βίαια ( αρχ. άρω = απομακρύνω )
αρπώ : αρπάζω ( αρχ. αρπάζω )
άρτσι βρούτσι : χωρίς τάξη ή λογική συνοχή ( αρμένικη ρίζα ''άρτσι μπούρτσι =
αρτζιβούριν = κατάλυση της νηστείας της Τετάρτης και της Παρασκευής )
)
άστομος (ο) : αυτός που δεν τρώει ( δεν έχει ''στόμα'' )
ατσάλαχος (ο) : ο μικρός θόρυβος ( άτσαλος + ήχος )
άτσαλος (ο) : ο ακατάστατος , ο απρόσεκτος ( αρχ ατάσθαλος )
ατσίδα (η) : η νυφίτσα , το κουνάβι ( ελληνιστ ακτίς = νυφίτσα )
αφάνες (οι) : πυκνοί θάμνοι που έμπαιναν γύρω από το αλώνι για να κόβουν τον αέρα ( ελλην αφάνα )
αφορεζμένος (ο) : μετοχή του ''αφορίζω'' ( = αυτού που το σώμα δεν έλιωσε μετά το θανατό του λόγω αφορισμού του από την εκκλησία , κυριολεκτικά σημαίνει : αυτός που έχει αφορίσει η εκκλησία )
άφουκλα (η) : κατάλληλα σκαλισμένη πέτρα που τοποθετούνταν σε κάποιο σημείο του δώματος για να φεύγουν τα νερά ( ίσως από το ''αφήνω'' )
άφτω : ανάβω ( αρχ. αφή = άναμμα )
αχαΐρευτος (ο) : ο ανεπρόκοπος ( στερητικό α + ''χαΐρι'' / προκοπή )
αχαμνός (ο) : ο αδύνατος , ο ισχνός ( αρχ χαύνος = αδύνατος )
αχός (ο) : ο θόρυβος , ο ήχος
αχταρμάς : έκφραση που σημαίνει : ήρθαν τα πάνω κάτω ( τουρκ aktarmak = στο χωράφι φέρνω το κάτω χώμα πάνω κάτι σαν ανακύκλωση του χώματος )
αψύς (ο) : ο δριμύς ( αρχ αψίκορος = οξύθυμος
αβέρτα : συνέχεια ( ενετ averto )
αβουθώ : βάζω πάνω στον ώμο ( ίσως από το ''βοηθώ'' )
αβρωνιά (η) : οφιοειδής βλαστός που τρώγεται ( αρχ βρύω = έχω άφθονο υγρό )
αβυζάριζα : βύζαινα
αγάντα : έκφραση που σημαίνει : ''να έχεις δύναμη'' , ''κουράγιο '' ( κυριολεκτικά είναι ναυτικός όρος και σημαίνει : βάλε δύναμη στο κουπί )
άγαρμπος (ο) : ο άκομψος ή αυτός που οι ενέργειες και οι πράξεις του δεν έχουν χάρη ( στερητικό α+ ιταλ. garbo = κομψότητα )
αγγειό (το) : δοχείο πήλινο ή χάλκινο που χρησιμοποιούσαν για την ανάγκη τους τη νύχτα ( αρχ. αγγείον = δοχείο )
αγγελομαραμός : κάτι ή κάποιος άσχημο ή άσχημος ( άγγελος + ''μαραμός'' / μαραζωμένος )
αγιάζι (το) : η ψύχρα , η υγρασία ( τουρκ ayaz )
αγκερίδα (η) : μακρύ λεπτό ξύλο με καμπύλη στην άκρη για να τραβάνε τα κλαδιά ( από το ''αγκίστρι'' )
αγκύλι (το) : το αγκάθι (αρχ. αγκύλη = αγκάθι , κεντρί )
αγκυλώνω : τσιμπώ ή τρυπάω ( από το ''αγκύλι'' )
αγλέουρας (ο) : μεταφορικά : για να δηλώσουμε πως κάποιος έφαγε πάρα πολύ ( κυριολεκτικά : αρχ. αλλέβορος = είδος δηλητηριώδους βοτάνου )
αγώι (το) : το γαϊδούρι ή το μουλάρι που χρησιμοποιείται επί πληρωμής για μεταφορά υλικών ( αρχ. αγώγιον = φόρτωμα άμαξας )
αδικοφιά (η) : η αδικία ( αrχ. αδικία )
αεκιό : πρόθεση : μετά ( αέκιο = από εκεί )
αεράνι (το) : κατασκευή σε πηγάδι για να βγάζουν το νερό , η οποία μοιάζει με γερανό ( από το ''γερανός'' / αγερανός / αεράνι , όπως και ''Αγερσανί'' )
αθάνατος (ο) : αιωνόβιο φυτό με μεγάλα επιμήκη φύλλα με αγκάθια στις άκρες ( αρχ αγαύη )
αθεόφοβος (ο) : ο τολμηρός , αυτός που δεν φοβάται ούτε τον Θεό
αϊτέβγω : αϊτεύω = λέω κάποια προσευχή για την θεραπεία μιας ασθένειας ( ίσως από το ελληνιστ σαγιτεύω = σαγηνεύω )
ακαμάτης (ο) : αυτός που δεν μπορεί να δουλέψει , ο τεμπέλης ( από το ''κάματος'' = εργασία )
αλαμπουρνέζικα (τα) : ακαταλαβίστικα , δυσνόητα ( ιταλ. alla burlesca = με παιχνιδιάρικο ύφος )
αλετομίζω : κόβω κάτι σε κομάτια , καταστρέφω ( αλέθω + τομή )
αλευριά (η) : βρασμένο αλεύρι με νερό και αλάτι
αλιμπέρτο (το) : το ελεύθερο ( γαλ liberte = ελευθερία )
αλισβερίσι (το) : η συναλλαγή ( τουρκ alicveris = πάρε δώσε )
αλισίβα (η) : απόσταγμα στάχτης χρήσιμο για το πλύσιμο ( ιταλ liscivia )
αλληβούδι (το) : η αλληλοβοήθεια ( κυριολεκτικά : η ανταλλαγή βοδιών από δύο ιδιοκτήτες που είχαν ένα ο καθένας , για να συμπληρώνουν ζευγάρι για το όργωμα )
αλλοπαρμένος (ο) : ο τρελός , ο αλλοπρόσαλλος ( άλλος + παρμένος )
αλμπάνης (ο) : μεταφωρικά : ο απρόσεκτος ( κυριολεκτικά : ο πεταλωτής , τουρκ nalbant )
αμαθιά (η) : το έντερο του γουρουνιού γεμιστό με ρύζι και χορταρικά ( κάτι σαν λουκάνικο , αρχ ματύα = νόστιμο φαγητό )
αμανάτι (το) : το ενέχυρο , η εγγύηση ( τουρκ emanat )
αμανίτες (οι) : τα μανιτάρια ( ελληνιστ αμανίτης = μανιτάρι )
αμάχη (η) : ο τσακωμός , η φιλονικία ( από το αρχ. μάχη )
άμε : πήγενε ( από αρχ. άγωμεν = πάμε )
αμέτι μουχαμέτι : έκφραση που σημναίνει : πεισματικά , '' σώνει και καλά '' ( τουρκ amet muhabbet )
αμολώ : αφήνω ελεύθερο ( ιταλ ammolare = αφήνω )
αμούργα (η) : το κατακάθι του κρασιού ή του λαδιού ( ενετ murca , αρχ αμόργη )
αμουρούζα (η) : η αγαπητικιά , η αραβωνιαστικιά ( ιταλ amore = αγάπη ) /ΚΧ
άμπακος (ο) : μεταφορικά : για να δηλώσουμε πως κάποιος έφαγε πολύ ( '' ήφαεναι τον
άμπακο '' )( κυριολεκτικά : ιταλ. abbaco & αρχ άβαξ = πινάκιο γραφής )
αμπάνιερι : ξεφραγο , κτήμα που δεν έχει περίφραξη ( ίσως μπένω + αέρας )
αμπασά (η) : είσοδος σε φράχτη ( αρχ έμπασις = είσοδος , αγγλ pass = πέρασμα )
αμπιδόκοπα (τα) : κομμένα σε κομμάτια αχλάδια και ξεραμένα στον ήλιο ( αρχ απίδι /
αχλάδι + κόβω )
αμπιρυνάς (ο) : ο πυρήνας = ότι μένει από την ελιά στο ελαιοτριβείο , χρησιμοποιούνταν σαν καύσιμη ύλη
αναδίνω : βγαίνω ( αρχ. αναδύδωμι = δίνω )
αναθύμηση (η) : η ανάμνηση ( ανά / ξανά + θύμηση )
ανάμα : το κόκκινο κρασί που χρησιμοποιείται στην εκκλησία για την Θεία Ευχαριστία ( αρχ νάμα = τρεχούμενο νερό )
αναμπαμπούλα (η) : η αναμπουμπούλα = η αναστάτωση , ο πανικός , η πολύ φασαρία ( ενετ ala babala = στο ''βρόντο'' )
άναξος (ο) : ο ανάξιος
ανασκουμπώθηκα : ξαναετοιμάστηκα ( ανα + κόμπος ( μανίκια) = σηκώνω τα μανίκια )
ανεβαλλούσες (οι) : απότομες ανηφόρες ( από το ''ανεβαίνω'' )
ανεβοάζω : φωνάζω ( ανε + βοή )
ανεγκέματα (τα) : οι πληγές με ποίον ( πληγές από γκέμια , γκέμι = χαλινάρι = τουρκ gem )
ανεγλύφομαι : λιγουρεύομαι , γλύφω τα χείλη μου από κάτι που λιγουρεύτηκα
ανεμοσούρι (το) : ότι σέρνει ο άνεμος
ανέπαρση (η) : η βοήθεια στο σήκωμα ( αρχ. έπαρσις = φούσκωμα )
ανεπρόκοπος (ο) : ο τεμπέλης , αυτός που δεν κάνει προκοπή
ανέφαμα (τα) : η επανεμφάνιση ( ανε + φαίνομαι )
ανεφταόρατο (το) : το άφαντο , το εξαφανισμένο ( επτά φορές αόρατο )
ανεχετζώνω : ανατριχιάζω ( ίσως από το ανε + χαίτη )
αντιμισθία (η) : η πληρωμή σε είδος και όχι με χρήματα ( αντί μισθού )
αντιστιβερίζω : στηρίζω ή κρατάω κόντρα ( ίσως από το στιβαρός = δυνατός , στέρεος )
αντιφεγγίζω : αντανακλώ ( αντί + φέγγω / φωτίζω )
αντράκλα (η) : η γλιστρίδα , ποώδες φυτό που τρώγεται σαν σαλάτα ( αρχ. ανδράχλη )
αξαμπωθιές (οι) : οι σπρωξιές ( από το μπώθω = απωθώ )
αξαμώνω : σημαδεύω ( λατ exam = ζυγίζω , εξετάζω προσεκτικά )
άπατα : βαθιά , χωρίς πάτο / πυθμένα
απίκο : έκφραση που σημαίνει : έτοιμος να ξεκινήσει ( ιταλ a picco )
άπιος (ο) : ο διψασμένος , αυτός που δεν έχει πιει ( στερητικό α + πίνω )
αποδωσίδια (τα) : τα πράγματα που έστελνε / απέδιδε κάποιος σε κάποιον άλλον ( από το αρχ. αποδίδωμι )
αποκοτιά (η) : το θράσος , η τόλμη ( από + κοτάω / τολμώ )
απολύσωνας (ο) : το διώξιμο ( από το ''απόλυση'' ) /ΚΧ
απολυταριά (η) : το πέταγμα του ραβδιού πιασμένο από τη μια του άκρη ( ίσως από παράφραση του ''εξαπολύω / απολύω'' )
απόπατος (ο) : η τουαλέτα , ο καμπινές ( αρχ. απόπατος )
αποφόρι (το) : ρούχο που έχει χρησιμοποιήσει κάποιος πολύ και δεν το φοράει πια ( από + φορώ )
απύρι (το) : πολλές σπίθες μαζί που δείχνουν ότι πύρωσε ο φούρνος
αράδα : πολλά ( ενετ arada = το περιεχόμενο του αλωνιού )
αραλίκι (το) : η απραξία , η ανάπαυση ( τουρκ aralik )
αρίζικος (ο) : ο κακορίζικος , ο άτυχος ( στερητικό α + ριζικό )
αρμάρι (το) : το ερμάριο , το ράφι ( λατ armar )
αρμέω : αρμέγω ( αρχ. αμέλγω )
άρον άρον : έκφραση που σημαίνει : ενέργεια που γίνεται βιαστικά , γρήγορα , ακούσια ή και βίαια ( αρχ. άρω = απομακρύνω )
αρπώ : αρπάζω ( αρχ. αρπάζω )
άρτσι βρούτσι : χωρίς τάξη ή λογική συνοχή ( αρμένικη ρίζα ''άρτσι μπούρτσι =
αρτζιβούριν = κατάλυση της νηστείας της Τετάρτης και της Παρασκευής )
)
άστομος (ο) : αυτός που δεν τρώει ( δεν έχει ''στόμα'' )
ατσάλαχος (ο) : ο μικρός θόρυβος ( άτσαλος + ήχος )
άτσαλος (ο) : ο ακατάστατος , ο απρόσεκτος ( αρχ ατάσθαλος )
ατσίδα (η) : η νυφίτσα , το κουνάβι ( ελληνιστ ακτίς = νυφίτσα )
αφάνες (οι) : πυκνοί θάμνοι που έμπαιναν γύρω από το αλώνι για να κόβουν τον αέρα ( ελλην αφάνα )
αφορεζμένος (ο) : μετοχή του ''αφορίζω'' ( = αυτού που το σώμα δεν έλιωσε μετά το θανατό του λόγω αφορισμού του από την εκκλησία , κυριολεκτικά σημαίνει : αυτός που έχει αφορίσει η εκκλησία )
άφουκλα (η) : κατάλληλα σκαλισμένη πέτρα που τοποθετούνταν σε κάποιο σημείο του δώματος για να φεύγουν τα νερά ( ίσως από το ''αφήνω'' )
άφτω : ανάβω ( αρχ. αφή = άναμμα )
αχαΐρευτος (ο) : ο ανεπρόκοπος ( στερητικό α + ''χαΐρι'' / προκοπή )
αχαμνός (ο) : ο αδύνατος , ο ισχνός ( αρχ χαύνος = αδύνατος )
αχός (ο) : ο θόρυβος , ο ήχος
αχταρμάς : έκφραση που σημαίνει : ήρθαν τα πάνω κάτω ( τουρκ aktarmak = στο χωράφι φέρνω το κάτω χώμα πάνω κάτι σαν ανακύκλωση του χώματος )
αψύς (ο) : ο δριμύς ( αρχ αψίκορος = οξύθυμος
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου