λαβομάνα (η) : έπιπλο με καθρέπτη , τύπο νιπτήρα και συρτάρια ( αλβ lavamani )
λαβώνω : πετυχαίνω το στόχο & τραυματίζω
λαβωστής (ο) : ο εύστοχος , αυτός που ξέρει καλά να λαβώνει με το ''τόξο'' του
λαγαρό (το) : η κοιλιά του μουλαριού ( αρχ. επίθετος λαγαρός = χαλαρός )
λάδι (το) : μεταφορικά : η ευκοιλιότητα ( κατάρα : '' ω που να σε πάει λάδι '' )
λαήνα (η) : είδος πήλινου δοχείου ( ενετ laghna , αρχ λάγυνος )
λακίζω : τρέπομαι σε φυγή ( ελληνιστ γλακώ = τρέχω )
λακκίζω : ανοίγω λάκκο γύρω από την αμπελόριζα
Λάμια (η) : σαν βρισιά : η στρίγγλα ( αρχ λάμια = ο μπαμπούλας της εποχής )
λαμπίκο : καθαρά ( από το λάμπω , αρχ άμβυξ = καθετί καθαρό )
λαντουρώ : καταβρεχω
λάου λάου : σιγά σιγά
λαρδί (το) : λίπος , κυρίως χοιρινό , που διατηρείται και καταναλώνεται παστό η καπνιστό ( ελληνιστ επίθετο λάρδος , λατιν. lardum )
λάσκα : ως επίρρημα : χαλαρά ( ενετ lasco )
λατάκι (το) : η σανίδα ( τουρκ lata )
λαφάζω : λαχανιάζω ( αρχ λαφύσσω = ρουφώ άπληστα και ασθμαίνω )
λαχαίνω : τυχαίνω ( αρχ. λαγχανω )
λεβάντες (ο) : ο ανατολικός άνεμος ( ιταλ levante )
λεημένο (το) : το ειπωμένο ( από το ''λέω'' )
λείβγω : έχω έλλειψη σε κάτι ( αρχ. λείπω )
λέλεκας (ο) : ψηλός ( τουρκ leylek = πελαργός )
λέτσος (ο) : άνθρωπος κουρελής και βρώμικος ( ιταλ lezzo = βρώμα )
λιανά : ως επίρρημα : κατανοητά , με περισσότερη λεπτομέρεια ( κυριολεκτικά :
λεπτά ) ( '' για κάντα πιο λιανά γιάντα δε κατάλαβα Χριστό '' )
λιβανό (το) : το γκρίζο ( το χρησιμοποιούσαν κυρίως για τα ζώα )
λιγώνω : πεινάω , λιγουρεύομαι ( ελλην ολιγώ )
λίλερη (η) : η ιλαρά
λιματίζω : τρυπάω ένα ζώο , με λίμα ή κάποιο αιχμηρό αντικείμενο , για να προχωρήσει
λιξέβγουμαι : λιξεύομαι , λιγουρεύομαι
λιοπύρι (το) : όταν ο ήλιος είναι ψιλά ή η πολύ ζέστη ( ήλιος + πυρ / φωτιά )
λιόρισε : ανέβηκε ο ήλιος ψηλά
λιούρα (η) : η λιγούρα ( από το λιγώνω , αρχ. ολιγώ = στεναχοριέμαι )
λισιναρίζω : καταβρέχω
λοάται (ήντα) : ως έκφραση : '' ήντα λοάται " = τι γίνεται ? ( τι λογάς = τι λες )
λογιέμαι : θεωρούμαι ( κάνουν λόγο για μένα )
λογκός (ο) : ο μεγάλος φυσικός λάκκος με νερό
λοής λοής : ως επίρρημα : διάφορα είδη ( λογιών - λογιών )
λόρδα (η) : η πείνα ( ενετ lorda )
λούκι (το) : η υδρορροή ( τουρκ oluk )
λουλάκι (το) : κυανή χρωστική ύλη που χρησιμοποιείται στο πλύσιμο των λευκών ρούχων ( αραβ lilak )
λουρί (το) : ο ιμάντας , η ζώνη ( λατιν lorum )
λούσα (τα) : οι πολυτέλειες ( ιταλ lusso )
λυσσακά (τα) : οι αφροί που βγάζει ένα λυσσαζμένο ζώο
λυσωδία (η) : πολύ δυσάρεστη μυρωδιά ( παράφραση του αρχ. δυσωδία )
λωλαίνομαι : τρελαίνομαι ( αρχ. λώλλυμαι = καταστρέφομαι )
λαβώνω : πετυχαίνω το στόχο & τραυματίζω
λαβωστής (ο) : ο εύστοχος , αυτός που ξέρει καλά να λαβώνει με το ''τόξο'' του
λαγαρό (το) : η κοιλιά του μουλαριού ( αρχ. επίθετος λαγαρός = χαλαρός )
λάδι (το) : μεταφορικά : η ευκοιλιότητα ( κατάρα : '' ω που να σε πάει λάδι '' )
λαήνα (η) : είδος πήλινου δοχείου ( ενετ laghna , αρχ λάγυνος )
λακίζω : τρέπομαι σε φυγή ( ελληνιστ γλακώ = τρέχω )
λακκίζω : ανοίγω λάκκο γύρω από την αμπελόριζα
Λάμια (η) : σαν βρισιά : η στρίγγλα ( αρχ λάμια = ο μπαμπούλας της εποχής )
λαμπίκο : καθαρά ( από το λάμπω , αρχ άμβυξ = καθετί καθαρό )
λαντουρώ : καταβρεχω
λάου λάου : σιγά σιγά
λαρδί (το) : λίπος , κυρίως χοιρινό , που διατηρείται και καταναλώνεται παστό η καπνιστό ( ελληνιστ επίθετο λάρδος , λατιν. lardum )
λάσκα : ως επίρρημα : χαλαρά ( ενετ lasco )
λατάκι (το) : η σανίδα ( τουρκ lata )
λαφάζω : λαχανιάζω ( αρχ λαφύσσω = ρουφώ άπληστα και ασθμαίνω )
λαχαίνω : τυχαίνω ( αρχ. λαγχανω )
λεβάντες (ο) : ο ανατολικός άνεμος ( ιταλ levante )
λεημένο (το) : το ειπωμένο ( από το ''λέω'' )
λείβγω : έχω έλλειψη σε κάτι ( αρχ. λείπω )
λέλεκας (ο) : ψηλός ( τουρκ leylek = πελαργός )
λέτσος (ο) : άνθρωπος κουρελής και βρώμικος ( ιταλ lezzo = βρώμα )
λιανά : ως επίρρημα : κατανοητά , με περισσότερη λεπτομέρεια ( κυριολεκτικά :
λεπτά ) ( '' για κάντα πιο λιανά γιάντα δε κατάλαβα Χριστό '' )
λιβανό (το) : το γκρίζο ( το χρησιμοποιούσαν κυρίως για τα ζώα )
λιγώνω : πεινάω , λιγουρεύομαι ( ελλην ολιγώ )
λίλερη (η) : η ιλαρά
λιματίζω : τρυπάω ένα ζώο , με λίμα ή κάποιο αιχμηρό αντικείμενο , για να προχωρήσει
λιξέβγουμαι : λιξεύομαι , λιγουρεύομαι
λιοπύρι (το) : όταν ο ήλιος είναι ψιλά ή η πολύ ζέστη ( ήλιος + πυρ / φωτιά )
λιόρισε : ανέβηκε ο ήλιος ψηλά
λιούρα (η) : η λιγούρα ( από το λιγώνω , αρχ. ολιγώ = στεναχοριέμαι )
λισιναρίζω : καταβρέχω
λοάται (ήντα) : ως έκφραση : '' ήντα λοάται " = τι γίνεται ? ( τι λογάς = τι λες )
λογιέμαι : θεωρούμαι ( κάνουν λόγο για μένα )
λογκός (ο) : ο μεγάλος φυσικός λάκκος με νερό
λοής λοής : ως επίρρημα : διάφορα είδη ( λογιών - λογιών )
λόρδα (η) : η πείνα ( ενετ lorda )
λούκι (το) : η υδρορροή ( τουρκ oluk )
λουλάκι (το) : κυανή χρωστική ύλη που χρησιμοποιείται στο πλύσιμο των λευκών ρούχων ( αραβ lilak )
λουρί (το) : ο ιμάντας , η ζώνη ( λατιν lorum )
λούσα (τα) : οι πολυτέλειες ( ιταλ lusso )
λυσσακά (τα) : οι αφροί που βγάζει ένα λυσσαζμένο ζώο
λυσωδία (η) : πολύ δυσάρεστη μυρωδιά ( παράφραση του αρχ. δυσωδία )
λωλαίνομαι : τρελαίνομαι ( αρχ. λώλλυμαι = καταστρέφομαι )
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου