ξαθομπάμπουρας (ο) : μεταφορικά : αυτός που έχει πολύ ξανθιά μαλλιά ( ξανθός + μπάμπουρας / έντομο )
ξαλλάζω : αλλάζω
ξαμώνω : πλησιάζω ( λατ exam = ζυγίζω , εξετάζω προσεκτικά )
ξαναμωράθηκε : έχασε το μυαλό του ( παλιμπαιδισμός ) ( ξανά + ''μωραίνομαι'' )
ξανανοίωμα (το) : η επανεμφάνιση ( ξανά ανοίγω )
ξανοίω : κοιτάζω ( ίσως από το ξε + ανοίγω με την έννοια του ''ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω'' )
ξαντό (το) : το κουρέλι ( από το ''ξάνω'' )
ξαορεύω : εξομολογούμαι ( ξε + αγορεύω / μιλάω στην αγορά )
ξαποσταμός (ο) : η ξεκούραση ( από το ξαποσταίνω )
ξάσου : έκφραση που σημαίνει : κάνε κάτι με την κρίση σου
ξεβαβουλίζω : τρώω το κρέας μέχρι το μεδούλι / βαβούλι ( ξε + ''βαβούλι'' )
ξεθεώνω : κουράζω , εξαντλώ ( ξε + θεός , δηλαδή κουράζω κάποιον τόσο που φεύγει από μέσα του και ο Θεός )
ξεκουμπίδια (στα) : έκφραση που σημαίνει : μακριά , στα τσακίδια ( ίσως ξε + σκουπίδια )
ξεκουτιαίνω : χάνω τα λογικά μου ξαναμωραίνομαι , γίνομαι κουτός
ξεκρεμανταλάς (ο) : ο απεριποίητος στο ντύσιμο , αυτός που του κρέμονται τα ρούχα (
ξε + κρεμάω )
ξεμαδερώνω : κατστρέφω ή αποσυναρμολογώ ( κυριολεκτικά = ξε + ''μαδέρι'' = βγάζω τα μαδέρια / τα ξύλα μιας κατασκευής )
ξεμασκαλίζομαι : βγάζω το χέρι μου ( ξε + ''μασκάλη'' / μασχάλη )
ξεμερδίζομαι : βγάζω τα πόδια μου ( ξε + ''μερί'' / μηρός )
ξεμπροστιάζω : αποκαλύπτω τα μυστικά κάποιου ( ξε + εμπρός )
ξενικοί (οι) : αυτοί που κατάγονται από το χωριό αλλά μένουν αλλού και έρχονται για διακοπές
ξενομπασάρης (ο) : ο φιλοξενούμενος ( ξένος + ''αμπασά'' = ξένος στην είσοδο )
ξεπαπαλίζω : σκοτώνω , τελειώνω κάτι ( ξε + παπαλίζω / παύω )
ξεπορτίζω : βγαίνω έξω ( ξε + πόρτα , δηλαδή βγαίνω έξω από την πόρτα )
ξεσηνερίζομαι : δίνω υπερβολική σημασία σε κάτι όχι τόσο σημαντικό ή ενοχλούμαι από κάτι όχι τόσο σημαντικό ( ελλην σηνερίζομαι )
ξεσφοντιλιάζω : ''ξεκοκαλίζω'' ( ίσως ξε + σφόνδυλος / σπόνδυλος )
ξετελέματα (στα) : στα τελευταία ( ξε + τέλος )
ξετωνώ : ξεκινάω
ξεύρω : ξέρω
ξι (το) : το οξί , η προεξοχή ( από το αρχ. οξύς = μυτερός , αιχμηρός )
ξόανο (το) : σαν βρισιά : για κάποιον άσχημο ( αρχ ξόανον = ξύλινο ομοίωμα )
ξύση (η) : ο ερεθισμός , το ξύσιμο
ξωθιά (η) : η νεράιδα
ξώμαχος (ο) : ο βιοπαλαιστής ( κυριολεκτικά : αυτός που μάχεται έξω )
ξαλλάζω : αλλάζω
ξαμώνω : πλησιάζω ( λατ exam = ζυγίζω , εξετάζω προσεκτικά )
ξαναμωράθηκε : έχασε το μυαλό του ( παλιμπαιδισμός ) ( ξανά + ''μωραίνομαι'' )
ξανανοίωμα (το) : η επανεμφάνιση ( ξανά ανοίγω )
ξανοίω : κοιτάζω ( ίσως από το ξε + ανοίγω με την έννοια του ''ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω'' )
ξαντό (το) : το κουρέλι ( από το ''ξάνω'' )
ξαορεύω : εξομολογούμαι ( ξε + αγορεύω / μιλάω στην αγορά )
ξαποσταμός (ο) : η ξεκούραση ( από το ξαποσταίνω )
ξάσου : έκφραση που σημαίνει : κάνε κάτι με την κρίση σου
ξεβαβουλίζω : τρώω το κρέας μέχρι το μεδούλι / βαβούλι ( ξε + ''βαβούλι'' )
ξεθεώνω : κουράζω , εξαντλώ ( ξε + θεός , δηλαδή κουράζω κάποιον τόσο που φεύγει από μέσα του και ο Θεός )
ξεκουμπίδια (στα) : έκφραση που σημαίνει : μακριά , στα τσακίδια ( ίσως ξε + σκουπίδια )
ξεκουτιαίνω : χάνω τα λογικά μου ξαναμωραίνομαι , γίνομαι κουτός
ξεκρεμανταλάς (ο) : ο απεριποίητος στο ντύσιμο , αυτός που του κρέμονται τα ρούχα (
ξε + κρεμάω )
ξεμαδερώνω : κατστρέφω ή αποσυναρμολογώ ( κυριολεκτικά = ξε + ''μαδέρι'' = βγάζω τα μαδέρια / τα ξύλα μιας κατασκευής )
ξεμασκαλίζομαι : βγάζω το χέρι μου ( ξε + ''μασκάλη'' / μασχάλη )
ξεμερδίζομαι : βγάζω τα πόδια μου ( ξε + ''μερί'' / μηρός )
ξεμπροστιάζω : αποκαλύπτω τα μυστικά κάποιου ( ξε + εμπρός )
ξενικοί (οι) : αυτοί που κατάγονται από το χωριό αλλά μένουν αλλού και έρχονται για διακοπές
ξενομπασάρης (ο) : ο φιλοξενούμενος ( ξένος + ''αμπασά'' = ξένος στην είσοδο )
ξεπαπαλίζω : σκοτώνω , τελειώνω κάτι ( ξε + παπαλίζω / παύω )
ξεπορτίζω : βγαίνω έξω ( ξε + πόρτα , δηλαδή βγαίνω έξω από την πόρτα )
ξεσηνερίζομαι : δίνω υπερβολική σημασία σε κάτι όχι τόσο σημαντικό ή ενοχλούμαι από κάτι όχι τόσο σημαντικό ( ελλην σηνερίζομαι )
ξεσφοντιλιάζω : ''ξεκοκαλίζω'' ( ίσως ξε + σφόνδυλος / σπόνδυλος )
ξετελέματα (στα) : στα τελευταία ( ξε + τέλος )
ξετωνώ : ξεκινάω
ξεύρω : ξέρω
ξι (το) : το οξί , η προεξοχή ( από το αρχ. οξύς = μυτερός , αιχμηρός )
ξόανο (το) : σαν βρισιά : για κάποιον άσχημο ( αρχ ξόανον = ξύλινο ομοίωμα )
ξύση (η) : ο ερεθισμός , το ξύσιμο
ξωθιά (η) : η νεράιδα
ξώμαχος (ο) : ο βιοπαλαιστής ( κυριολεκτικά : αυτός που μάχεται έξω )
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου