ζαβάργα (η) : η βλακεία , η ενέργεια του ''ζαβού''
ζαβλακώνομαι : ζαλίστηκα ( τουρκ zavalli = ο δυστυχής ) ( '' ζαβλάκωσενε ο ήλιος '' )
ζαέρης (ο) : ο εφοδιαστής στον οθωμανικό στρατό (τουρκ. ζαερές = εφόδιο )
ζαϊφιάζω : ζαλίζομαι
ζακίζω : υποχορώ
ζαμάνι : καιρός ως χρονική διάρκεια ( τουρκ. zaman )
ζάρω : συνιθίζω
ζάφτι : αντωνυμία αόριστη : τίποτα (τουρκ.zapti )
ζβάρνα : σύρσιμο ( σλαβ barna )
ζεματώ : ρίχνω ζεματιστό νερό κάπου ( ελληνιστ ζεματίζω = βράζω )
ζεμπίλι (το) : πλεχτό ψάθινο σακούλι ( τουρκ zempil ) ( σήμερα λένε και το σάκο από λάστιχο που κουβαλάν το σμυρίγλι )
ζένω : μυρίζω ( αρχ οζώ = βρομάω )
ζερζεβούλης (ο) : ο ''βελζεβούλης''
ζηαφέντη : το γλέντι ( ζωή + αφέντης , η ζωή του αφέντη = καλή ζωή ) /ΚΧ
ζήση (η) : η ζωή , ο βίος του ανθρώπου ( από το αρχ. ''ζω'' )
ζήτουλας (ο) : ο ζητιάνος ( από το ''ζητώ'' )
ζιζής (ο) : ο παλαβός
ζμπαράρω : πυροβολώ ( από το ''σμπάρος'' )
ζμπρωξά (η) : το σπρώξιμο
ζο (το) : το ζώο , συνήθως το κατσίκι ή το πρόβατο ( αρχ. ζώον )
ζόρι ζορινά : ως επίρρημα : με το ζόρι
ζούλα (στη) : έκφραση που σημαίνει : στα κρυφά
ζουρλομπαντιέρα (η) : μεταφορικά και σαν βρισιά : μουρλή , τρελή ( κυριολεκτικά : ζουρλή + μπαντιέρα )
ζούσινο (το) : προερχόμενο από το ζώο , από την κατσίκα
ζοχάδα (η) : η δυστροπία ( ελληνιστ εσοχάς )
ζυάζω : ζυγίζω κάποιο βάρος ( αρχ. ζυγίζω )
ζωντόβολο (το) : το ζώο γενικότερα
ζώνω : τυλίγω ( αρχ. ζώνυμι )
ζαβλακώνομαι : ζαλίστηκα ( τουρκ zavalli = ο δυστυχής ) ( '' ζαβλάκωσενε ο ήλιος '' )
ζαέρης (ο) : ο εφοδιαστής στον οθωμανικό στρατό (τουρκ. ζαερές = εφόδιο )
ζαϊφιάζω : ζαλίζομαι
ζακίζω : υποχορώ
ζαμάνι : καιρός ως χρονική διάρκεια ( τουρκ. zaman )
ζάρω : συνιθίζω
ζάφτι : αντωνυμία αόριστη : τίποτα (τουρκ.zapti )
ζβάρνα : σύρσιμο ( σλαβ barna )
ζεματώ : ρίχνω ζεματιστό νερό κάπου ( ελληνιστ ζεματίζω = βράζω )
ζεμπίλι (το) : πλεχτό ψάθινο σακούλι ( τουρκ zempil ) ( σήμερα λένε και το σάκο από λάστιχο που κουβαλάν το σμυρίγλι )
ζένω : μυρίζω ( αρχ οζώ = βρομάω )
ζερζεβούλης (ο) : ο ''βελζεβούλης''
ζηαφέντη : το γλέντι ( ζωή + αφέντης , η ζωή του αφέντη = καλή ζωή ) /ΚΧ
ζήση (η) : η ζωή , ο βίος του ανθρώπου ( από το αρχ. ''ζω'' )
ζήτουλας (ο) : ο ζητιάνος ( από το ''ζητώ'' )
ζιζής (ο) : ο παλαβός
ζμπαράρω : πυροβολώ ( από το ''σμπάρος'' )
ζμπρωξά (η) : το σπρώξιμο
ζο (το) : το ζώο , συνήθως το κατσίκι ή το πρόβατο ( αρχ. ζώον )
ζόρι ζορινά : ως επίρρημα : με το ζόρι
ζούλα (στη) : έκφραση που σημαίνει : στα κρυφά
ζουρλομπαντιέρα (η) : μεταφορικά και σαν βρισιά : μουρλή , τρελή ( κυριολεκτικά : ζουρλή + μπαντιέρα )
ζούσινο (το) : προερχόμενο από το ζώο , από την κατσίκα
ζοχάδα (η) : η δυστροπία ( ελληνιστ εσοχάς )
ζυάζω : ζυγίζω κάποιο βάρος ( αρχ. ζυγίζω )
ζωντόβολο (το) : το ζώο γενικότερα
ζώνω : τυλίγω ( αρχ. ζώνυμι )
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου