γάδαρος (ο) : το γαϊδούρι ( αραβ. gaidar = σκληρότητα , καταπίεση )
γαλακτίζω : μεταφορικά : ασβεστώνω ( από το γάλα λόγω του άσπρου χρώματος )
γαλανός (ο) : μεταφορικά : ο ξανθός , ο ανοιχτόχρωμος
γαλαρία (η) : υπόγεια στοά σε ορυχείο ( ενετ galaria )
γαλιφιά (η) : τα γλυκόλογα και καλοπιασίματα ( ιταλ. gaglioffo )
γαλόντζα (η) : η λαστιχένια μπότα ( ενετ galozza )
γαμπρίζω : ψάχνω ταίρι για γάμο ( από το αρχ. γαμβρός = γαμπρός )
γανώνω : επαλείφω με κασσίτερο χάλκινα μέρη ( ελληνιστ γανώνω = στιλβώνω )
γανωτζής (ο) : αυτός που γάνωνε / στίλβωνε τα χάλκινα αντικείμενα
γαριάζει : για τα ρούχα : από το κακό πλύσιμο παίρνουν κίτρινη απόχρωση ( από το αρχ. γάρος = η άρμη των παστών ψαριών )
γαριβάλδενα : σαν βρισιά : η ''λουσού''
γαρμπής (ο) : νοτιοδυτικός άνεμος ( ενετ garbin , τουρκ garbi )
γαρμπίλι (το) : ψιλό χαλικι ( ιταλ garbuglio = ανακάτωμα )
γαρμπώζικο (το) : το κομψό ( ιταλ garbo = κομψότητα )
γάτης (ο) : ο γάτος ( ελληνιστ κάττος )
γγίζω (1) : αγγίζω , ακουμπώ ( ελληνιστ αγγίζω = φέρνω κοντά )
γγίζω (2) : μεταφορικά : κλέβω
γδυτός (ο) : ο γυμνός ( από το αρχ. εκδύνω = γδύνω )
γερόντοι (οι) : οι γέροι ( αρχ. γέρων = ο γέροντας )
γιάε : σαν μόριο : κοίτα , να , δες ( για δες )
γιάντα : αιτιολογικός σύνδεσμος : γιατί
γιάνω : υγιαίνω , αποκτώ την καλή μου υγειά μετά από αρρώστια ή χτύπημα ( αρχ. υγιαίνω )
γιαπειδής : αιτιολογικός σύνδεσμος : επειδή ( αρχ. επειδή )
γιατροσόφια (τα) : τα πρακτικά φάρμακα και όχι με συνταγή γιατρού ( γιατρός + σοφία )
γινάτι (το) : το πείσμα ( τουρ inat )
γιόμα (το) : το γέμισμα ( από το ''γιομίζω'' )
γκαβός (ο) : ο αλλήθωρος ( ρουμαν. gavu , λατιν cavus = κοίλος , βυζαντ σκαμβός )
γκαβούακας (ο) : ο '' γκαβός ''
γκαγκaλώνω : κρυώνω τόσο πολύ που μένω ακίνητος ( από το ''κοκαλώνω'' = παθαίνω ακαμψία )
γκαζιέρα (η) : κινητή συσκευή μαγειρέματος που δούλευε με πετρέλαιο και αργότερα με γκάζι
γκαζοντενεκές (ο) : ο ντενεκές ( ίσως από το ιταλικό ''caso'' = πάθημα και το τούρκικο teneke = ντενεκές , δηλαδή χτυπημένος ντενεκές )
γκανιάζω : διψάω πολύ ( ίσως παράφραση του ''γανιάζω'' )
γκαρδιοκόβγομαι : μεταφορικά : τρομάζω ( κυριολεκτικά : μου κόπηκε η ''γκαρδιά'' )
γκαρίζω : για τους ανθρώπους : φωνάζω ( αρχ γαρύω = φωνάζω )
γκασκαρίκα (η) : η φάρσα , το πάθημα ( τουρκ kaskariko )
γκετσές (ο) : μαλλιά ή τρίχες ζώου μπλεγμένα ( τουρ kece )
γκιλότα (η) : η κιλότα , γυναικείο εσώρουχο ( γαλ cullot )
γκουντούλησε (του) : στραβοκάταπιε ( από το "κουτουλώ'' , με την έννοια πως κάτι μου κουτούλησε τον οισοφάγο )
γκρεμνοβολίζομαι : έπεσα ( εγκρεμνοβολίστικα )
γκρεμνός (ο) : ο γκρεμός ( από το αρχ. κρημνίζω = γκρεμίζω ) ( '' Καβαλάρης Εγκρεμνός '' )
γκρίφια (τα) : οι γκρεμοί , οι χαράδρες ( από το ''γκρεμνός'' )
γκωνιάζω : σπρώχνω στη γωνιά ή κάνω γωνία ( ελληνιστ γωνιάζω = τοποθετώ σε γωνία )
γλειμίτζουρας (ο) : σαν βρισιά : ο αδύνατος , ο ισχνός
γλήορης : επίρρημα τροπικό : γρήγορα ( ελληνιστ γρήγορα )
γλίδα (η) : η '' γλίτσα ''
γλίνα (η) : το λιωμένο λίπος του γουρουνιού ( αρχ γλίνη ) /Ψ
γλίτσα (η) : η βρωμιά ( αρχ γλίνη = λίπος κρέατος , βουλγ glinza , αρχ. εκλιστρώ = γυαλίζω)
γλυκάδι (το) : το ξίδι ( στα αρχαία γλυκάδι = ξίδι το ξίδι προέρχεται από το οξύς = με ξινή γεύση )
γνέφω : κάνω νόημα ( αρχ νεύω = κλίνω το κεφάλι προς τα εμπρός )
γνώρος (το) : η αναγνώριση ( από το αρχ. γνωρίζω )
γογγίλια (τα) : οι καρποί του χεριού( ίσως από το αγκύλη , επειδή ο καρπός όταν κινείται σχηματίζει αγκύλη )
γονικό (το) : χαρακτηρισμός κάποιας κληρονομιάς από τους γονείς
γόνυ (το) : το γόνατο (αρχ. γόνυ )
γουδί (το) : ξύλινο ή μεταλλικό σκεύος με τη μορφή χοντρού κυπέλλου όπου κοπάνιζαν διάφορα καρυκεύματα ( αρχ. υγδις )
γούλα (η) : το στομάχι ( λατ gula = το προγούλι )
γούπατο (το) : το χαμήλωμα του εδάφους ( γούβα + ''πάτος'' / πυθμένας )
γράδο (το) : όργανο μέτρησης της πυκνότητας του αλκοόλ στα ποτά ( ενετ grado )
γρουλώνω : στραβοκαταπίνω και μου κόβεται η αναπνοή
γυναικωτός (ο) : άντρας με θηλυκή / γυναικεία συμπεριφορά
γυροβολιά (η) : μία βόλτα σε κύκλο , συνήθως στο χορό
γυρουλιάζω : γυρίζω άσκοπα στους δρόμους
γύφτος (ο) : ο σιδηρουργός ( κυριολεκτικά ο αιγύπτιος , ο μελαψός )
γαλακτίζω : μεταφορικά : ασβεστώνω ( από το γάλα λόγω του άσπρου χρώματος )
γαλανός (ο) : μεταφορικά : ο ξανθός , ο ανοιχτόχρωμος
γαλαρία (η) : υπόγεια στοά σε ορυχείο ( ενετ galaria )
γαλιφιά (η) : τα γλυκόλογα και καλοπιασίματα ( ιταλ. gaglioffo )
γαλόντζα (η) : η λαστιχένια μπότα ( ενετ galozza )
γαμπρίζω : ψάχνω ταίρι για γάμο ( από το αρχ. γαμβρός = γαμπρός )
γανώνω : επαλείφω με κασσίτερο χάλκινα μέρη ( ελληνιστ γανώνω = στιλβώνω )
γανωτζής (ο) : αυτός που γάνωνε / στίλβωνε τα χάλκινα αντικείμενα
γαριάζει : για τα ρούχα : από το κακό πλύσιμο παίρνουν κίτρινη απόχρωση ( από το αρχ. γάρος = η άρμη των παστών ψαριών )
γαριβάλδενα : σαν βρισιά : η ''λουσού''
γαρμπής (ο) : νοτιοδυτικός άνεμος ( ενετ garbin , τουρκ garbi )
γαρμπίλι (το) : ψιλό χαλικι ( ιταλ garbuglio = ανακάτωμα )
γαρμπώζικο (το) : το κομψό ( ιταλ garbo = κομψότητα )
γάτης (ο) : ο γάτος ( ελληνιστ κάττος )
γγίζω (1) : αγγίζω , ακουμπώ ( ελληνιστ αγγίζω = φέρνω κοντά )
γγίζω (2) : μεταφορικά : κλέβω
γδυτός (ο) : ο γυμνός ( από το αρχ. εκδύνω = γδύνω )
γερόντοι (οι) : οι γέροι ( αρχ. γέρων = ο γέροντας )
γιάε : σαν μόριο : κοίτα , να , δες ( για δες )
γιάντα : αιτιολογικός σύνδεσμος : γιατί
γιάνω : υγιαίνω , αποκτώ την καλή μου υγειά μετά από αρρώστια ή χτύπημα ( αρχ. υγιαίνω )
γιαπειδής : αιτιολογικός σύνδεσμος : επειδή ( αρχ. επειδή )
γιατροσόφια (τα) : τα πρακτικά φάρμακα και όχι με συνταγή γιατρού ( γιατρός + σοφία )
γινάτι (το) : το πείσμα ( τουρ inat )
γιόμα (το) : το γέμισμα ( από το ''γιομίζω'' )
γκαβός (ο) : ο αλλήθωρος ( ρουμαν. gavu , λατιν cavus = κοίλος , βυζαντ σκαμβός )
γκαβούακας (ο) : ο '' γκαβός ''
γκαγκaλώνω : κρυώνω τόσο πολύ που μένω ακίνητος ( από το ''κοκαλώνω'' = παθαίνω ακαμψία )
γκαζιέρα (η) : κινητή συσκευή μαγειρέματος που δούλευε με πετρέλαιο και αργότερα με γκάζι
γκαζοντενεκές (ο) : ο ντενεκές ( ίσως από το ιταλικό ''caso'' = πάθημα και το τούρκικο teneke = ντενεκές , δηλαδή χτυπημένος ντενεκές )
γκανιάζω : διψάω πολύ ( ίσως παράφραση του ''γανιάζω'' )
γκαρδιοκόβγομαι : μεταφορικά : τρομάζω ( κυριολεκτικά : μου κόπηκε η ''γκαρδιά'' )
γκαρίζω : για τους ανθρώπους : φωνάζω ( αρχ γαρύω = φωνάζω )
γκασκαρίκα (η) : η φάρσα , το πάθημα ( τουρκ kaskariko )
γκετσές (ο) : μαλλιά ή τρίχες ζώου μπλεγμένα ( τουρ kece )
γκιλότα (η) : η κιλότα , γυναικείο εσώρουχο ( γαλ cullot )
γκουντούλησε (του) : στραβοκάταπιε ( από το "κουτουλώ'' , με την έννοια πως κάτι μου κουτούλησε τον οισοφάγο )
γκρεμνοβολίζομαι : έπεσα ( εγκρεμνοβολίστικα )
γκρεμνός (ο) : ο γκρεμός ( από το αρχ. κρημνίζω = γκρεμίζω ) ( '' Καβαλάρης Εγκρεμνός '' )
γκρίφια (τα) : οι γκρεμοί , οι χαράδρες ( από το ''γκρεμνός'' )
γκωνιάζω : σπρώχνω στη γωνιά ή κάνω γωνία ( ελληνιστ γωνιάζω = τοποθετώ σε γωνία )
γλειμίτζουρας (ο) : σαν βρισιά : ο αδύνατος , ο ισχνός
γλήορης : επίρρημα τροπικό : γρήγορα ( ελληνιστ γρήγορα )
γλίδα (η) : η '' γλίτσα ''
γλίνα (η) : το λιωμένο λίπος του γουρουνιού ( αρχ γλίνη ) /Ψ
γλίτσα (η) : η βρωμιά ( αρχ γλίνη = λίπος κρέατος , βουλγ glinza , αρχ. εκλιστρώ = γυαλίζω)
γλυκάδι (το) : το ξίδι ( στα αρχαία γλυκάδι = ξίδι το ξίδι προέρχεται από το οξύς = με ξινή γεύση )
γνέφω : κάνω νόημα ( αρχ νεύω = κλίνω το κεφάλι προς τα εμπρός )
γνώρος (το) : η αναγνώριση ( από το αρχ. γνωρίζω )
γογγίλια (τα) : οι καρποί του χεριού( ίσως από το αγκύλη , επειδή ο καρπός όταν κινείται σχηματίζει αγκύλη )
γονικό (το) : χαρακτηρισμός κάποιας κληρονομιάς από τους γονείς
γόνυ (το) : το γόνατο (αρχ. γόνυ )
γουδί (το) : ξύλινο ή μεταλλικό σκεύος με τη μορφή χοντρού κυπέλλου όπου κοπάνιζαν διάφορα καρυκεύματα ( αρχ. υγδις )
γούλα (η) : το στομάχι ( λατ gula = το προγούλι )
γούπατο (το) : το χαμήλωμα του εδάφους ( γούβα + ''πάτος'' / πυθμένας )
γράδο (το) : όργανο μέτρησης της πυκνότητας του αλκοόλ στα ποτά ( ενετ grado )
γρουλώνω : στραβοκαταπίνω και μου κόβεται η αναπνοή
γυναικωτός (ο) : άντρας με θηλυκή / γυναικεία συμπεριφορά
γυροβολιά (η) : μία βόλτα σε κύκλο , συνήθως στο χορό
γυρουλιάζω : γυρίζω άσκοπα στους δρόμους
γύφτος (ο) : ο σιδηρουργός ( κυριολεκτικά ο αιγύπτιος , ο μελαψός )
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου