σαβουρντίζω : ρίχνω , διασκορπίζω ( τουρκ savrulmak )
σάζω : ισιώνω
σακατέβγω : σκοτώνω , τραυματίζω πολύ κάποιον ( τουρκ sakat = παράλυτος )
σαλαμούρα (η) : η άλμη ( τουρκ salamura αντιδάνειο από το αρχ αλς άλας στα ενετικά sal )
σαλέβγω : κουνιέμαι , ξεκινάω να περπατώ ( αρχ. σαλεύω )
σάλιακας (ο) : σαλιγκάρι ( γυμνοσιάλιακας ) ( τουρκ salyaνngoz)( πιθανόν να το λένε έτσι επειδή τα σημάδια που αφήνει όταν σέρνεται μοιάζουν με σάλια )
σαλταίρνω : πηδάω ( ιταλ salto = πήδημα )
σαματάς (ο) : φασαρία ( τουρκ samata )
σάματις : διστακτικός σύμδεσμος : μήπως
σάμι (το) : το σουσάμι ( τουρκ. susam , αρχ. σήσαμον )
σάμπως : διστακτικός σύμδεσμος : μήπως ( σαν πως )
σαμώνω : σιμώνω , φτάνω , πλησιάζω
σάντουλος (ο) : ο νονός
σαρωνιά (η) : σκούπα από κλαδιά ( προέρχεται από το σαρώνω )
σατάς : τοπικό επίρρημα : ακριβώς ( '' επά σατάς = εδώ ακριβώς '' )
σβουρίζω : γυρίζω γύρω γύρω σαν σβούρα
σέβας (το) : ο σεβασμός ( αρχ σέβας )
σεβντάς (ο) : ο ερωτικός καημός ( τουρκ. sevda )
σεκλετίζομαι : στεναχωριέμαι ( τουρκ siklet = στεναχώρια )
σέκος : αναυδος , σαστισμένος , αναίσθητος από χτύπημα ( ιταλ secco )
σελαφιλίζω : κοιτάζω , περιεργάζομαι ( γαλ che la fille = ψάξε το κορίτσι ή ψάξετην )
σελλάδι (το) : τόπος που βρίσκεται στη βάση δύο λόφων ( λατιν. sella = σαμάρι για το άλογο )
σενιάρω : κάνω κάτι όμορφο, το βελτιώνω , το περιποιούμαι ( από το ''σένιος'' )
σεραδιάζω : ράβω και από τις δύο πλευρές κάτι
σεργιάνι (το) : ο περίπατος ( τουρκ seyran )
σερσέμης (ο) : ανόητος , μπουνταλάς ( τουρκ sersem )
σέστα (τα) : τα λογικά ( ίσως από το ''σωστά'' )
σημαίνω : χτυπάω τις καμπάνες ( από το σήμαντρο = ηχητικό αντικείμενο / καμπάνα )
σήμερις : επίρρημα χρονικό : σήμερα ( αρχ. σήμερον )
σιέμαι : σείομαι
σιμά : κοντά
σιχτίρι (το) : η επίπληξη ( τουρκ siktir )
σκαμνιά (η) : η μουριά (αρχ. συκάμινος = μουριά )
σκαμπάζω : γνωρίζω ( ελληνιστ σκαμβάζω = διαστρεβλώνω )
σκάντζα : η αλλαγή , η αντικατάσταση ( ενετ scangia )
σκάρφια (η) : ο κλήρος , η κλήρωση
σκελί (το) : το κομμάτι ( αρχ σκελίς )
σκεμπές (ο) : η κοιλιά ( τουρκ iskembe )
σκιάζω : φεύγω μακριά ( αρχ σκιάζω = δημιουργώ σκιά , με την έννοια πως επειδή απομακρύνομαι φαίνεται μόνο η σκιά μου )
σκληρίζω : στριγκλίζω
σκονοβολιά (η) : ομίχλη από σκόνη
σκορδοκαΐλα (η) : κάψιμο από σκόρδο , μεταφορικά : ο καημός
σκορνιαχτός (ο) : η σκόνη ( παράφραση του ''κουρνιαχτός'' αρχ. κονιορτός )
σκορπαλευράς (ο) : ο άσωτος , ο άστατος ( κυριολεκτικά : αυτός που σκορπίζει το αλεύρι )
σκοτίζω : δημιουργώ σκοτούρες , ανησυχίες
σκούζω : βγάζω διαπεραστικές κραυγές ( αρχ. σκύζομαι = είμαι εξαγριωμένος )
σκουνταύω : σκοντάφτω
σκροπώ : σκορπώ ( αρχ σκορπίζω )
σμάχτω : μυρίζω ( από το ''οσμίζομαι'' )
σμυριγκλάς (ο) : ο σμυριδεργάτης
σόβολος (ο) : ο βολικός , αυτός που προσαρμόζεται εύκολα
σοπλίζω : βρωμάω
σουλτάν μερεμέτ : το να δείρεις κάποιον ( κυριολεκτικά σημαίνει ''η μικρή εργασία του σουλτάνου'' )
σουμπιντος : όλος μαζί σε μια στιγμή ( ιταλ subito )
σούρτα φέρτα : πέρα δώθε ( σύρε τα + φέρε τα )
σοφιαρίζομαι : δεν μπορώ να αναπνεύσω καλά , πνίγομαι
σπιθούρι (το) : το σπυρί
σταλαητός (ο) : από εκεί που πέφτουν οι σταγόνες , σταλακτίτης
στιαστό (το) : το στέγαστρο που δημιουργούνταν καλύπτοντας ένα δρόμο ( ίσως από το σκιά , δηλαδή σκιαστό / στιαστό )
στούκας (τα) : χαρακτηρισμός για οτιδήποτε δεν είναι γνήσιο η έγγυρο ή για τα βαριά τσιγάρα ( κυριολεκτικά : τύπος γερμανικού αεροσκάφους stukas )
στράγγα (η) : η σταγόνα ( από το στραγγίζω )
στρατοκόποι (οι) : οι περιπατητές ( στράτα / δρόμος + κόπος )
στρεμός (ο) : η επιστροφή ( από το ''στρέφομαι'' )
στρογγυλοκάθομαι : έκατσα καλά
συβία (η) : συμβία , σύζυγος ( συν + βίος /ζωή )
σύγκαιρα : ταυτόχρονα ( συν + καιρός )
σύγκορμος : όλο το σώμα / κορμί
συλλήβω : συλλαμβάνω
σύμπλιο : το γειτονικό χωράφι
συναχλίκια (τα) : συναναστροφές ( συν + άχνα = συχνάζω )
συνεικάζω : διακρίνω , συμπεραίνω ( συν + αρχ εικάζω )
συννεφόκαμα (το) : όταν ενώ έχει συννεφιά κάνει πολύ ζέστη
συντράμω : συνδράμω , βοηθάω
συρομαδώ : μαδάω τα μαλλιά
συφερτός (ο) : ότι σέρνει κάποιος μαζί του , αντικείμενα ή ανθρώπους ( συν + φέρνω )
σφαωπονιάζω : τρώω ( αρνητική έννοια ) ( φαϊ + πόνος )
σφούνι (το) : πήλινο δοχείο παρόμοιο με σιφόνι που χρησίμευε είτε για να βγάζουν κρασί από μεθήρα είτε για να πιουν ( αρχ σίφων )
σώθια (τα) : τα σωθικά , τα σπλάχνα
σώνω : καταφέρνω ( αντιδάνειο τουρκ son ^ αρχ σώζω )
σωφελιάζω : εφαρμόζω ( ίσως ίσος + φελί , δηλαδή ίσο κομμάτι ) /Ψ
σάζω : ισιώνω
σακατέβγω : σκοτώνω , τραυματίζω πολύ κάποιον ( τουρκ sakat = παράλυτος )
σαλαμούρα (η) : η άλμη ( τουρκ salamura αντιδάνειο από το αρχ αλς άλας στα ενετικά sal )
σαλέβγω : κουνιέμαι , ξεκινάω να περπατώ ( αρχ. σαλεύω )
σάλιακας (ο) : σαλιγκάρι ( γυμνοσιάλιακας ) ( τουρκ salyaνngoz)( πιθανόν να το λένε έτσι επειδή τα σημάδια που αφήνει όταν σέρνεται μοιάζουν με σάλια )
σαλταίρνω : πηδάω ( ιταλ salto = πήδημα )
σαματάς (ο) : φασαρία ( τουρκ samata )
σάματις : διστακτικός σύμδεσμος : μήπως
σάμι (το) : το σουσάμι ( τουρκ. susam , αρχ. σήσαμον )
σάμπως : διστακτικός σύμδεσμος : μήπως ( σαν πως )
σαμώνω : σιμώνω , φτάνω , πλησιάζω
σάντουλος (ο) : ο νονός
σαρωνιά (η) : σκούπα από κλαδιά ( προέρχεται από το σαρώνω )
σατάς : τοπικό επίρρημα : ακριβώς ( '' επά σατάς = εδώ ακριβώς '' )
σβουρίζω : γυρίζω γύρω γύρω σαν σβούρα
σέβας (το) : ο σεβασμός ( αρχ σέβας )
σεβντάς (ο) : ο ερωτικός καημός ( τουρκ. sevda )
σεκλετίζομαι : στεναχωριέμαι ( τουρκ siklet = στεναχώρια )
σέκος : αναυδος , σαστισμένος , αναίσθητος από χτύπημα ( ιταλ secco )
σελαφιλίζω : κοιτάζω , περιεργάζομαι ( γαλ che la fille = ψάξε το κορίτσι ή ψάξετην )
σελλάδι (το) : τόπος που βρίσκεται στη βάση δύο λόφων ( λατιν. sella = σαμάρι για το άλογο )
σενιάρω : κάνω κάτι όμορφο, το βελτιώνω , το περιποιούμαι ( από το ''σένιος'' )
σεραδιάζω : ράβω και από τις δύο πλευρές κάτι
σεργιάνι (το) : ο περίπατος ( τουρκ seyran )
σερσέμης (ο) : ανόητος , μπουνταλάς ( τουρκ sersem )
σέστα (τα) : τα λογικά ( ίσως από το ''σωστά'' )
σημαίνω : χτυπάω τις καμπάνες ( από το σήμαντρο = ηχητικό αντικείμενο / καμπάνα )
σήμερις : επίρρημα χρονικό : σήμερα ( αρχ. σήμερον )
σιέμαι : σείομαι
σιμά : κοντά
σιχτίρι (το) : η επίπληξη ( τουρκ siktir )
σκαμνιά (η) : η μουριά (αρχ. συκάμινος = μουριά )
σκαμπάζω : γνωρίζω ( ελληνιστ σκαμβάζω = διαστρεβλώνω )
σκάντζα : η αλλαγή , η αντικατάσταση ( ενετ scangia )
σκάρφια (η) : ο κλήρος , η κλήρωση
σκελί (το) : το κομμάτι ( αρχ σκελίς )
σκεμπές (ο) : η κοιλιά ( τουρκ iskembe )
σκιάζω : φεύγω μακριά ( αρχ σκιάζω = δημιουργώ σκιά , με την έννοια πως επειδή απομακρύνομαι φαίνεται μόνο η σκιά μου )
σκληρίζω : στριγκλίζω
σκονοβολιά (η) : ομίχλη από σκόνη
σκορδοκαΐλα (η) : κάψιμο από σκόρδο , μεταφορικά : ο καημός
σκορνιαχτός (ο) : η σκόνη ( παράφραση του ''κουρνιαχτός'' αρχ. κονιορτός )
σκορπαλευράς (ο) : ο άσωτος , ο άστατος ( κυριολεκτικά : αυτός που σκορπίζει το αλεύρι )
σκοτίζω : δημιουργώ σκοτούρες , ανησυχίες
σκούζω : βγάζω διαπεραστικές κραυγές ( αρχ. σκύζομαι = είμαι εξαγριωμένος )
σκουνταύω : σκοντάφτω
σκροπώ : σκορπώ ( αρχ σκορπίζω )
σμάχτω : μυρίζω ( από το ''οσμίζομαι'' )
σμυριγκλάς (ο) : ο σμυριδεργάτης
σόβολος (ο) : ο βολικός , αυτός που προσαρμόζεται εύκολα
σοπλίζω : βρωμάω
σουλτάν μερεμέτ : το να δείρεις κάποιον ( κυριολεκτικά σημαίνει ''η μικρή εργασία του σουλτάνου'' )
σουμπιντος : όλος μαζί σε μια στιγμή ( ιταλ subito )
σούρτα φέρτα : πέρα δώθε ( σύρε τα + φέρε τα )
σοφιαρίζομαι : δεν μπορώ να αναπνεύσω καλά , πνίγομαι
σπιθούρι (το) : το σπυρί
σταλαητός (ο) : από εκεί που πέφτουν οι σταγόνες , σταλακτίτης
στιαστό (το) : το στέγαστρο που δημιουργούνταν καλύπτοντας ένα δρόμο ( ίσως από το σκιά , δηλαδή σκιαστό / στιαστό )
στούκας (τα) : χαρακτηρισμός για οτιδήποτε δεν είναι γνήσιο η έγγυρο ή για τα βαριά τσιγάρα ( κυριολεκτικά : τύπος γερμανικού αεροσκάφους stukas )
στράγγα (η) : η σταγόνα ( από το στραγγίζω )
στρατοκόποι (οι) : οι περιπατητές ( στράτα / δρόμος + κόπος )
στρεμός (ο) : η επιστροφή ( από το ''στρέφομαι'' )
στρογγυλοκάθομαι : έκατσα καλά
συβία (η) : συμβία , σύζυγος ( συν + βίος /ζωή )
σύγκαιρα : ταυτόχρονα ( συν + καιρός )
σύγκορμος : όλο το σώμα / κορμί
συλλήβω : συλλαμβάνω
σύμπλιο : το γειτονικό χωράφι
συναχλίκια (τα) : συναναστροφές ( συν + άχνα = συχνάζω )
συνεικάζω : διακρίνω , συμπεραίνω ( συν + αρχ εικάζω )
συννεφόκαμα (το) : όταν ενώ έχει συννεφιά κάνει πολύ ζέστη
συντράμω : συνδράμω , βοηθάω
συρομαδώ : μαδάω τα μαλλιά
συφερτός (ο) : ότι σέρνει κάποιος μαζί του , αντικείμενα ή ανθρώπους ( συν + φέρνω )
σφαωπονιάζω : τρώω ( αρνητική έννοια ) ( φαϊ + πόνος )
σφούνι (το) : πήλινο δοχείο παρόμοιο με σιφόνι που χρησίμευε είτε για να βγάζουν κρασί από μεθήρα είτε για να πιουν ( αρχ σίφων )
σώθια (τα) : τα σωθικά , τα σπλάχνα
σώνω : καταφέρνω ( αντιδάνειο τουρκ son ^ αρχ σώζω )
σωφελιάζω : εφαρμόζω ( ίσως ίσος + φελί , δηλαδή ίσο κομμάτι ) /Ψ
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου