ιβατζοχάρτια (τα) : οι συνήθειες , τα χαρακτηριστικά
ιδικό (μου) : δικό μου ( ιδικό μας = δικό μας )
ίδρως (ο) : ο ιδρώτας ( αρχ. ιδρώς )
ιλάμι (το) : απόφαση για το τέλος / θάνατο ενός ζώου
ιμπρέτι (το) : το ''γινάτι'' ( ίσως από το ιταλικό brio = μεγάλη ζωτικότητα )
ίντο : είναι
ίσα : ναυτικό πρόσταγμα για το σήκωμα των πανιών σε ιστιοφόρο ( ενετ issa )
ισάζω : ισιώνω
ισκιάδι (το) : το σκιερό μέρος
ισοπατερό (το) : το ίσιο μονοπάτι ή οποιαδήποτε επίπεδη επιφάνεια ( ίσιος + πατάω )
ιστορώ : λέω ιστορίες , εξιστορώ ( αρχ ιστορώ )
ισωματιάζω : ισοπεδώνω ( ίσος + μάτι , δηλαδή κάνω μια επιφάνεια να φαίνεται ίσια στο μάτι )
ιτσικό (το) : το κατσικίσιο κρέας
ίχνος (το) : η μηδαμινή ποσότητα ( αρχ. ίχνος ) ( '' τό φαενε όο , ίχνος δεν ήφηκενε '' )
ιδικό (μου) : δικό μου ( ιδικό μας = δικό μας )
ίδρως (ο) : ο ιδρώτας ( αρχ. ιδρώς )
ιλάμι (το) : απόφαση για το τέλος / θάνατο ενός ζώου
ιμπρέτι (το) : το ''γινάτι'' ( ίσως από το ιταλικό brio = μεγάλη ζωτικότητα )
ίντο : είναι
ίσα : ναυτικό πρόσταγμα για το σήκωμα των πανιών σε ιστιοφόρο ( ενετ issa )
ισάζω : ισιώνω
ισκιάδι (το) : το σκιερό μέρος
ισοπατερό (το) : το ίσιο μονοπάτι ή οποιαδήποτε επίπεδη επιφάνεια ( ίσιος + πατάω )
ιστορώ : λέω ιστορίες , εξιστορώ ( αρχ ιστορώ )
ισωματιάζω : ισοπεδώνω ( ίσος + μάτι , δηλαδή κάνω μια επιφάνεια να φαίνεται ίσια στο μάτι )
ιτσικό (το) : το κατσικίσιο κρέας
ίχνος (το) : η μηδαμινή ποσότητα ( αρχ. ίχνος ) ( '' τό φαενε όο , ίχνος δεν ήφηκενε '' )
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου