καβαλικέβγω : καβαλικεύω = καβαλάω ένα ζώο ( ενετ caballic = ανεβαίνω στη ράχη του αλόγου )
καβαλίνα (η) : περιττώματα του γαϊδάρου η του μουλαριού ( ενετ cavallina )
καβανός (ο) : πήλινο δοχείο με χέρια και καπάκι ( τουρκ kavanoz = δοχείο )
καγιαντώ : μπορώ να περιμένω ( έχω υπομονή , από το ''αγάντα'' )
καζανάτορας (ο) : ο υπεύθυνος του καζανιού στο ρακιντζό
καζάντι (το) : κέρδος (τούρκ kazanmak = κερδίζω )
καθιζώνω : κάθομαι
καθοίκι (το) : το δοχείο για το κατούρημα ( από το αρχ κωθων = μεταλλικό κύπελο )
καϊλι (το) : το μαύρο ή οτιδήποτε έχει χρώμα καμμένου ( από το ''καίω'' )
κακαρώνω : πεθαίνω ( αρχ καρόω = πέφτω σε λήθαργο )
κακοκαρντίζω : κακοκαρδίζω = προκαλώ στεναχώρια ή δυσαρέσκεια με κάποια ενέργεια μου ( κακό + καρδιά )
κακολάτης (ο) : ο επιπόλαιος ( ίσως κακός + λάχη / λαχείο / τύχη , δηλαδή ο κακότυχος )
κακοχράει : κακό να πέσει ( κακό + χρειά / ανάγκη )
κακώς του κάκου : έκφραση που σημαίνει : κακήν κακώς
καλαφατίζω : κάνω έρωτα ( λατιν. calafato )
καλαφατίζω (2) : φράζω με πίσσα τα κενά ενός βαρελιού ( αραβ. galfat )
καλές κιουράδες (οι) : μεταφορικά : οι νεραιδες ( καλές + κυρίες )
κάλμα : η μπονάτσα ( ναυτικός όρος ) ( ιταλ calma = νηνεμία )
καλύκια (τα) : τα παπούτσια ( αρχ. κάλυξ = περίβλημα )
καματερή : εργάσιμη ημέρα , καθημερινή ( από το ''κάματος'' )
κάματος (ο) : η κόπωση που δημιουργείται από την καθημερινή εργασία ( αρχ κάματος από το αρχ. κάμνω = δουλεύω )
καμιζόρα (η) : η πουκαμίσα ( ενετ camisola )
καμπινές (ο) : η τουαλέτα , το αποχωρητήριο ( γαλ cabinet )
καντούνι (το) : η εξωτερική γωνία του σπιτιού ( ενετ canton = σοκάκι )
καούζα (η) : το κάψιμο ( από το ''καίω'' )
καπάρο (το) : η προκαταβολή ( ιταλ caparra )
καπάτσος (ο) : ο δραστήριος , ο ικανός , το παληκάρι ( ιταλ capac )
καπίστρι (το) : το χαλινάρι του γαϊδάρου ( ενετ capistrum )
καπλαντίζω : καλύπτω , επενδύω ( τουρκ kaplad )
καραμπουζουκλής (ο) : ο λεβέντης ( τουρκ. kara = μαύρο + τουρκ. bozuk = μουσικό όργανο )
καρατάρω : υπολογίζω ( ιταλ caratar )
καρβουνήθρα (η) : το κάρβουνο ( λατιν. carbo )
κάργα : επίρρημα ποσοτικό : πολύ ( ενετ carga = γεμάτο )
καρτερώ : περιμένω , υπομένω ( αρχ. καρτερώ )
κασίδης (ο) : μεγάλη μαύρη σαύρα ( ενετ cassis = γυαλιστερό κράνος - επικάλυψη )
καταής : ως επίρρημα τοπικό : στο έδαφος ( κάτω + γη )
κατελύω : καθαρίζω το χωράφι από τις πέτρες
κατσιάζω : ζαρώνω ( από το ενετικό cat = γάτα δηλαδή η ενέργεια της γάτας όταν φοβάται και κάθεται ήσυχη)
κατσίβελος (ο) : ο γύφτος ( βλάχικα cacivel )
κατσούλα (η) : η γατούλα ( λατιν. catta = γάτα )
καύκαλο (το) : το κρανίο ( αρχ. καύκαλον = κύπελλο )
καυκουλιά (η) : η καυχησιά ( από το ''καυχιόμαι'' )
καύω : καίω ( αρχ. κάυσις = το κάψιμο )
καψώνω : ζεσταίνομαι πολύ ( από το ''κάψα'' )
κειτάζω : είμαι ξαπλωμένος , κοιμάμαι ( αρχ. κείμαι )
κείτομαι : είμαι ξαπλωμένος , κοιμάμαι ( αρχ. κείμαι )
κενώνω : εκκενώνω , αδειάζω ( αρχ. κενώνω )
κερεστές (ο) : η κατάλληλη πέτρα για την κατασκευή ενός ασβεστοκάμινου ( τουρ kereste = οικοδομικό υλικό )
κεφαλοποδιά (η) : το κεφάλι , τα εντόσθια και τα πόδια του σφαγμένου ζώου
κιαπέκιο : επίρρημα χρονικό : έπειτα ( και από εκεί )
κινώ : αρχίζω να κινούμαι , ξεκινώ ( αρχ. κινώ )
κιτάπι (το) : το έγγραφο ( τουρκ kitap )
κλαβανή (η) : η πόρτα σε πάτωμα η στέγη για υπόγειο η πατάρι αντίστοιχα ( σλαβ klavanije )
κλειδωσά (η) : η κλείδωση = η άρθρωση των οστών ( ελληνιστ κλείδωσις )
κλήδονας (ο) : έθιμο κατάλοιπο της διονυσιακής λατρείας προσαρμοσμένο σε χριστιανική γιορτή αλλά με καθαρά προφητικά και μαντικά χαρακτηριστικά ( αρχ. κλήδον = μαντικό σημάδι )
κλοτσοβολλώ : ρίχνω κλοτσιές ( κλοτσιά + αρχ. βάλλω = ρίχνω , πετάω βλήματα )
κλύφι (το) : η μαξιλαροθήκη ( αρχ κελύφιον )
κλώθω : κάνω κάτι επίμονα ( αρχ. κλώθω )
κοιλίτσωνας (ο) : αυτός που έχει μεγάλη κοιλιά
κολλητάρανος (ο) : όμορος σε ακίνητο , ο γείτονας ( ενετική ορολογία ) ( από το αρχ. κολλώ )
κομό (το) : ξύλινο έπιπλο με συρτάρια ( ιταλ como )
κομπανία (η) : μουσικό συγκρότημα , μουσική συντροφιά ( ιταλ compagnia )
κομπαράκι : επίρημα : λίγο υγρό ( κόμπος = η ελάχιστη ποσότητα ενός υγρού )
κομποδελιαζμένος (ο) : δεμένος με κόμπους
κόνιζμα (το) : το εικόνισμα ( αρχ. εικών )
κοντοκλότσης (ο) : σαν βρισιά : αυτός που είναι πολύ κοντός ( κοντή + κλοτσιά )
κοντώ : τολμώ ( από το ''κοτάω'' = τολμώ )
κορμαλιά (η) : το κορμί , το σώμα του ανθρώπου ( αρχ. κορμός )
κορτεζάρω : κάνω κόρτε , φλερτάρω ( ιταλ corte = φλερτ )
κόρυζα (η) : λοιμώδης ασθένεια των πουλερικών που τους φέρνει δίψα ( αρχ. κόρυζα )
κότσι (το) : αστράγαλος ( ελληνστ κόττος )
κουβαλητής (ο) : χαρακτηρισμός του συζύγου που φέρνει / κουβαλάει τα προς το ζην στο σπίτι
κουβεντολόι (το) : η ''κουβέντα'' , το κουτσομπολιό
κουδουνώνω : βάζω κουδούνια στα ζώα
Κουή Ντεντές : ο μπαμπούλας ( οι φιλωτίτες λένε στα παιδιά πως κατοικεί στη Σπηλιά του Ζα )
Κουμάσι (το) : κοτέτσι ( αρχ κοιμάσιον των ορνίθων = οίκημα των ορνίθων )
κουμπές (ο) : ο τρούλος ( τουρκ kubbe )
κουμπουασίδι (το) : χορευτικη φιγουρα
κουντιότο (το) : στοφή δρόμου
κουντουβερνιά (η) : η συνιδιοκτησία ενός κτήματος ή να έχει άλλος το κτήμα και άλλος τα δέντρα που έχει μέσα το κτήμα ( ίσως ιταλ condutto vernari = έμμισθος υπάλληλος )
κουρελού (η) : υφαντό χαλί , φτιαγμενο από κουρέλια
κουσεάρω : κουτσομπολεύω , κάνω κουσκους ( τουρκ kuskus )
κράιτα (τα) : τα κρύα , το ψύχος ( αρχ. ως ουσιαστικό το κρύος = η παγωνιά )
κραώνω : κρυώνω ( αρχ. κρυώνω )
κρεβαταριά (η) : ο αργαλειός
κρεβατοστρώσα (τα) : τα κλινοσκεπάσματα ( κρεβάτι + στρώνω )
κρησάρα (η) : σύρμα σε δικτυωτή ύφανση που χρησίμευε στο κοσκίνισμα του αλευριού ( αρχ. κρησέρα )
κρίμας : ως επίρρημα : κρίμα , ατυχία
κριταριαζομαι : στερουμε , βασανιζομαι
κυπραίος (ο) : αυτός που κατάγεται από τη Κύπρο ( '' κυπραίικο γαδούρι '' )
κωοσαύρα (η) : κωλοσαύρα = μεταφορικά : η ανησυχία ( κώλος + σαύρα , δηλαδή έχει σαύρα στο κώλο )
καβαλίνα (η) : περιττώματα του γαϊδάρου η του μουλαριού ( ενετ cavallina )
καβανός (ο) : πήλινο δοχείο με χέρια και καπάκι ( τουρκ kavanoz = δοχείο )
καγιαντώ : μπορώ να περιμένω ( έχω υπομονή , από το ''αγάντα'' )
καζανάτορας (ο) : ο υπεύθυνος του καζανιού στο ρακιντζό
καζάντι (το) : κέρδος (τούρκ kazanmak = κερδίζω )
καθιζώνω : κάθομαι
καθοίκι (το) : το δοχείο για το κατούρημα ( από το αρχ κωθων = μεταλλικό κύπελο )
καϊλι (το) : το μαύρο ή οτιδήποτε έχει χρώμα καμμένου ( από το ''καίω'' )
κακαρώνω : πεθαίνω ( αρχ καρόω = πέφτω σε λήθαργο )
κακοκαρντίζω : κακοκαρδίζω = προκαλώ στεναχώρια ή δυσαρέσκεια με κάποια ενέργεια μου ( κακό + καρδιά )
κακολάτης (ο) : ο επιπόλαιος ( ίσως κακός + λάχη / λαχείο / τύχη , δηλαδή ο κακότυχος )
κακοχράει : κακό να πέσει ( κακό + χρειά / ανάγκη )
κακώς του κάκου : έκφραση που σημαίνει : κακήν κακώς
καλαφατίζω : κάνω έρωτα ( λατιν. calafato )
καλαφατίζω (2) : φράζω με πίσσα τα κενά ενός βαρελιού ( αραβ. galfat )
καλές κιουράδες (οι) : μεταφορικά : οι νεραιδες ( καλές + κυρίες )
κάλμα : η μπονάτσα ( ναυτικός όρος ) ( ιταλ calma = νηνεμία )
καλύκια (τα) : τα παπούτσια ( αρχ. κάλυξ = περίβλημα )
καματερή : εργάσιμη ημέρα , καθημερινή ( από το ''κάματος'' )
κάματος (ο) : η κόπωση που δημιουργείται από την καθημερινή εργασία ( αρχ κάματος από το αρχ. κάμνω = δουλεύω )
καμιζόρα (η) : η πουκαμίσα ( ενετ camisola )
καμπινές (ο) : η τουαλέτα , το αποχωρητήριο ( γαλ cabinet )
καντούνι (το) : η εξωτερική γωνία του σπιτιού ( ενετ canton = σοκάκι )
καούζα (η) : το κάψιμο ( από το ''καίω'' )
καπάρο (το) : η προκαταβολή ( ιταλ caparra )
καπάτσος (ο) : ο δραστήριος , ο ικανός , το παληκάρι ( ιταλ capac )
καπίστρι (το) : το χαλινάρι του γαϊδάρου ( ενετ capistrum )
καπλαντίζω : καλύπτω , επενδύω ( τουρκ kaplad )
καραμπουζουκλής (ο) : ο λεβέντης ( τουρκ. kara = μαύρο + τουρκ. bozuk = μουσικό όργανο )
καρατάρω : υπολογίζω ( ιταλ caratar )
καρβουνήθρα (η) : το κάρβουνο ( λατιν. carbo )
κάργα : επίρρημα ποσοτικό : πολύ ( ενετ carga = γεμάτο )
καρτερώ : περιμένω , υπομένω ( αρχ. καρτερώ )
κασίδης (ο) : μεγάλη μαύρη σαύρα ( ενετ cassis = γυαλιστερό κράνος - επικάλυψη )
καταής : ως επίρρημα τοπικό : στο έδαφος ( κάτω + γη )
κατελύω : καθαρίζω το χωράφι από τις πέτρες
κατσιάζω : ζαρώνω ( από το ενετικό cat = γάτα δηλαδή η ενέργεια της γάτας όταν φοβάται και κάθεται ήσυχη)
κατσίβελος (ο) : ο γύφτος ( βλάχικα cacivel )
κατσούλα (η) : η γατούλα ( λατιν. catta = γάτα )
καύκαλο (το) : το κρανίο ( αρχ. καύκαλον = κύπελλο )
καυκουλιά (η) : η καυχησιά ( από το ''καυχιόμαι'' )
καύω : καίω ( αρχ. κάυσις = το κάψιμο )
καψώνω : ζεσταίνομαι πολύ ( από το ''κάψα'' )
κειτάζω : είμαι ξαπλωμένος , κοιμάμαι ( αρχ. κείμαι )
κείτομαι : είμαι ξαπλωμένος , κοιμάμαι ( αρχ. κείμαι )
κενώνω : εκκενώνω , αδειάζω ( αρχ. κενώνω )
κερεστές (ο) : η κατάλληλη πέτρα για την κατασκευή ενός ασβεστοκάμινου ( τουρ kereste = οικοδομικό υλικό )
κεφαλοποδιά (η) : το κεφάλι , τα εντόσθια και τα πόδια του σφαγμένου ζώου
κιαπέκιο : επίρρημα χρονικό : έπειτα ( και από εκεί )
κινώ : αρχίζω να κινούμαι , ξεκινώ ( αρχ. κινώ )
κιτάπι (το) : το έγγραφο ( τουρκ kitap )
κλαβανή (η) : η πόρτα σε πάτωμα η στέγη για υπόγειο η πατάρι αντίστοιχα ( σλαβ klavanije )
κλειδωσά (η) : η κλείδωση = η άρθρωση των οστών ( ελληνιστ κλείδωσις )
κλήδονας (ο) : έθιμο κατάλοιπο της διονυσιακής λατρείας προσαρμοσμένο σε χριστιανική γιορτή αλλά με καθαρά προφητικά και μαντικά χαρακτηριστικά ( αρχ. κλήδον = μαντικό σημάδι )
κλοτσοβολλώ : ρίχνω κλοτσιές ( κλοτσιά + αρχ. βάλλω = ρίχνω , πετάω βλήματα )
κλύφι (το) : η μαξιλαροθήκη ( αρχ κελύφιον )
κλώθω : κάνω κάτι επίμονα ( αρχ. κλώθω )
κοιλίτσωνας (ο) : αυτός που έχει μεγάλη κοιλιά
κολλητάρανος (ο) : όμορος σε ακίνητο , ο γείτονας ( ενετική ορολογία ) ( από το αρχ. κολλώ )
κομό (το) : ξύλινο έπιπλο με συρτάρια ( ιταλ como )
κομπανία (η) : μουσικό συγκρότημα , μουσική συντροφιά ( ιταλ compagnia )
κομπαράκι : επίρημα : λίγο υγρό ( κόμπος = η ελάχιστη ποσότητα ενός υγρού )
κομποδελιαζμένος (ο) : δεμένος με κόμπους
κόνιζμα (το) : το εικόνισμα ( αρχ. εικών )
κοντοκλότσης (ο) : σαν βρισιά : αυτός που είναι πολύ κοντός ( κοντή + κλοτσιά )
κοντώ : τολμώ ( από το ''κοτάω'' = τολμώ )
κορμαλιά (η) : το κορμί , το σώμα του ανθρώπου ( αρχ. κορμός )
κορτεζάρω : κάνω κόρτε , φλερτάρω ( ιταλ corte = φλερτ )
κόρυζα (η) : λοιμώδης ασθένεια των πουλερικών που τους φέρνει δίψα ( αρχ. κόρυζα )
κότσι (το) : αστράγαλος ( ελληνστ κόττος )
κουβαλητής (ο) : χαρακτηρισμός του συζύγου που φέρνει / κουβαλάει τα προς το ζην στο σπίτι
κουβεντολόι (το) : η ''κουβέντα'' , το κουτσομπολιό
κουδουνώνω : βάζω κουδούνια στα ζώα
Κουή Ντεντές : ο μπαμπούλας ( οι φιλωτίτες λένε στα παιδιά πως κατοικεί στη Σπηλιά του Ζα )
Κουμάσι (το) : κοτέτσι ( αρχ κοιμάσιον των ορνίθων = οίκημα των ορνίθων )
κουμπές (ο) : ο τρούλος ( τουρκ kubbe )
κουμπουασίδι (το) : χορευτικη φιγουρα
κουντιότο (το) : στοφή δρόμου
κουντουβερνιά (η) : η συνιδιοκτησία ενός κτήματος ή να έχει άλλος το κτήμα και άλλος τα δέντρα που έχει μέσα το κτήμα ( ίσως ιταλ condutto vernari = έμμισθος υπάλληλος )
κουρελού (η) : υφαντό χαλί , φτιαγμενο από κουρέλια
κουσεάρω : κουτσομπολεύω , κάνω κουσκους ( τουρκ kuskus )
κράιτα (τα) : τα κρύα , το ψύχος ( αρχ. ως ουσιαστικό το κρύος = η παγωνιά )
κραώνω : κρυώνω ( αρχ. κρυώνω )
κρεβαταριά (η) : ο αργαλειός
κρεβατοστρώσα (τα) : τα κλινοσκεπάσματα ( κρεβάτι + στρώνω )
κρησάρα (η) : σύρμα σε δικτυωτή ύφανση που χρησίμευε στο κοσκίνισμα του αλευριού ( αρχ. κρησέρα )
κρίμας : ως επίρρημα : κρίμα , ατυχία
κριταριαζομαι : στερουμε , βασανιζομαι
κυπραίος (ο) : αυτός που κατάγεται από τη Κύπρο ( '' κυπραίικο γαδούρι '' )
κωοσαύρα (η) : κωλοσαύρα = μεταφορικά : η ανησυχία ( κώλος + σαύρα , δηλαδή έχει σαύρα στο κώλο )
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου