οβολός (ο): το μικρό χρηματικό ποσό ( στην Αρχαία Ελλάδα οβολός = υποδιαίρεση της αττικής δραχμής )
οβραίος (ο): ο εβραίος
όθε : επίρρημα : εκεί όπου , απ' όπου ( αρχ. όθεν )
ολίσθια (στα) : μεταφορικά : λίγο πριν το θάνατο ( από το ''ολισθαίνω'' = κατρακυλώ , γλιστρώ )
ομοιάδι (το) : το όμοιο
όμπιο (το) : το πύο ( αρχ πύον )
όνειδος (το) : ότι ντροπιάζει τον άνθρωπο δημόσια και σε μεγάλο βαθμό ( αρχ. όνειδος )
ονειρευάμενος (ο) : αυτός που φωτίζετε , που βλέπει όνειρα θρησκευτικού και προφητικού περιεχομένου
όντας : χρονικός ή υποθετικός σύνδεσμος : όταν (αρχ όταν )
όξω : επίρρημα : έξω ( αρχ έξω )
οργιά (η) : μονάδα μετρήσεως μήκους 1 οργιά = 1,85 μέτρα ( περιπού όσο το άνοιγμα και των δύο χεριών )
ορέγομαι : λιγουρεύομαι , έχω όρεξη για κάτι
οριά (η) : η ουρά ( αρχ ουρά )
ορμηνέβγω : ορμηνεύω = ερμηνεύω ( αρχ ερμηνεύω )
ορμήνια (η) : η ερμηνεία , η συμβουλή ( από το ''ορμηνευω'' )
όρνιθα (η) : η κότα ( αρχ όρνις )
ορπίδα (η) : η ελπίδα ( από παράφραση ελπίδα / ερπίδα / ορπίδα )
όρσε : πάρε ( αρχ ορίζω - ορίστε )
όρτου όρτου : κατά σύμπτωση
ότσι (το) : το γουρούνι
ούγια (η) : μονάδα μέτρησης βάρους ( = 28,34 γραμμάρια ) ( αρχ ούγια )
ουίζομαι : φωνάζω , βγάζω κραυγές όπως ο λύκος
ούρνα (η) : η γούρνα = μαρμάρινη ή γρανιτένια λεκάνη ( εληνιστ γούρνα = βαθούλωμα )
όφος (ο) : ο γοφός ( αρχ γομφός )
όχεντρα (η) : φαρμακερό μικρό φίδι , η οχιά
όχεσκες : αποφατικό μόριο : όχι
οχτρέβγομαι : εναντιώνομαι
οβραίος (ο): ο εβραίος
όθε : επίρρημα : εκεί όπου , απ' όπου ( αρχ. όθεν )
ολίσθια (στα) : μεταφορικά : λίγο πριν το θάνατο ( από το ''ολισθαίνω'' = κατρακυλώ , γλιστρώ )
ομοιάδι (το) : το όμοιο
όμπιο (το) : το πύο ( αρχ πύον )
όνειδος (το) : ότι ντροπιάζει τον άνθρωπο δημόσια και σε μεγάλο βαθμό ( αρχ. όνειδος )
ονειρευάμενος (ο) : αυτός που φωτίζετε , που βλέπει όνειρα θρησκευτικού και προφητικού περιεχομένου
όντας : χρονικός ή υποθετικός σύνδεσμος : όταν (αρχ όταν )
όξω : επίρρημα : έξω ( αρχ έξω )
οργιά (η) : μονάδα μετρήσεως μήκους 1 οργιά = 1,85 μέτρα ( περιπού όσο το άνοιγμα και των δύο χεριών )
ορέγομαι : λιγουρεύομαι , έχω όρεξη για κάτι
οριά (η) : η ουρά ( αρχ ουρά )
ορμηνέβγω : ορμηνεύω = ερμηνεύω ( αρχ ερμηνεύω )
ορμήνια (η) : η ερμηνεία , η συμβουλή ( από το ''ορμηνευω'' )
όρνιθα (η) : η κότα ( αρχ όρνις )
ορπίδα (η) : η ελπίδα ( από παράφραση ελπίδα / ερπίδα / ορπίδα )
όρσε : πάρε ( αρχ ορίζω - ορίστε )
όρτου όρτου : κατά σύμπτωση
ότσι (το) : το γουρούνι
ούγια (η) : μονάδα μέτρησης βάρους ( = 28,34 γραμμάρια ) ( αρχ ούγια )
ουίζομαι : φωνάζω , βγάζω κραυγές όπως ο λύκος
ούρνα (η) : η γούρνα = μαρμάρινη ή γρανιτένια λεκάνη ( εληνιστ γούρνα = βαθούλωμα )
όφος (ο) : ο γοφός ( αρχ γομφός )
όχεντρα (η) : φαρμακερό μικρό φίδι , η οχιά
όχεσκες : αποφατικό μόριο : όχι
οχτρέβγομαι : εναντιώνομαι
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου