ταβλομάντιλο (το) : το τραπεζομάντιλο
τάζω : υπόσχομαι ( αρχ. τάσσω = υπόσχομαι )
τάκα τούκα :ο θόρυβος ( τουρκ. takatuka )
τακίμι (το) : συγκρότημα με οργανοπαίχτες ( τουρκ takim = ομάδα )
τάλε κουάλε : ίδιο , όμοιο ( ιταλ tale quale )
ταμπλάς (ο) : η συγκοπή ( τουρκ tampla )
ταρσανάς (ο) : αποθήκη σε ένα λιμάνι ( ενετ arsenale = ναύσταθμος , τουρκ tersane )
τάχατες : επίρρημα : τάχα ( δηλώνει αμφισβήτηση ) ( αρχ. τάχα = ίσως )
ταχειά : επίρρημα : γρήγορα ( αρχ. ταχέως )
ταχταρίζω : τραγουδάω σε ένα μωρό ένα τραγούδι και το παίζω στα χέρια ( από το ''νταχτιριντι'' )
ταχυνέβγω : ξεκινάω νωρίς , βιάζομαι ( από το αρχ. ταχύς )
τελέματα (στα) : στα τελειώματα , στο τελος ( αρχ. τελειώματα )
τέλι (το) : το ψιλό σύρμα ( τουρκ tel )
τέρμενα (τα) : το τέλος ( ιταλ termino )
Τέτραδος (ο) : η Τετάρτη ( '' πέρασεν ο Τέτραδος , ήφυεν ο βδόμαδος '' )
τζαναμπέτης (ο) : ο ιδιότροπος ( τουρκ cenabet )
τζερεμές (ο) : ο τιποτένιος ( τουρκ cereme )
τζιέρι (το) : το συκώτι ( τουρκ ciger )
τζόβενος (ο) : άντρας μεγάλης ηλικίας που μιμείται τους νέους στην εμφάνιση ( ενετ zoven )
τζουάδα (η) : το αραιό γάλα , που το πήζαν , με τη πυτιά μετά
τίγκα : κάτι που είναι εντελώς γεμάτο ( ιταλ tinga )
τίοτα : αόριστη αντωνυμία : τίποτα ( ελληνιστ τι ποτέ ? )
τόποι (οι) : τα διάφορα μέρη γύρω από το χωριό ( αρχ. τόπος )
του λόγου σου : εσύ
τουρκομάνι : μεταφορικά : η ακαταστασία
τουρλού τουρλού : τα διάφορα , τα ανακατεμένα ( τουρ turlu = ανακάτεμα )
τρατάρω : κερνάω ( ενετ tratar )
τραχανίζω : δημιουργώ χαρακτηριστικό δυσάρεστο ήχο τρίβοντας δύο αντικείμενα μεταξύ τους ( ίσως από το αχ τραχύς = αυτός ή αυτό που έχει ανώμαλη , άγρια επιφάνεια )
τρεζακώνομαι : ζαλίζομαι από τον ήλιο
τριάζω : τριτώνω ( κάνω κάτι τρεις φορές )
τριβόλι (το) : αγκαθωτό ζιζάνιο ( αρχ. τρίβολος )
τρικό (το) : το φανελάκι ( γαλ tricot )
τριμπηδώ : μεταφορικά : εξοργίζομαι ( κυριολεκτικά : πηδάω τρεις φορές )
τροβόλι (το) : μικρό δοχείο από επεξεργασμένα φύλλα βούρλου για το στράγγισμα της μυζήθρας πριν γίνει τυρί ( ίσως τυρί + βούρλο )
τροχάδι (το) : το τρέξιμο ( από το αρχ. τρέχω )
τσακίδια (στα) : ως έκφραση προσταγής και κατάρας : '' στα τσακίδια '' = να πας να τσακιστείς , φύγε , χάσου
τσακίρ κέφι (στο) : στο κορύφωμα του κεφιού ( τουρκ. cakirkeyf = ελαφρά μεθυσμένος )
τσακπινομπιρμπιλογαργαλιάρης (ο) : ο αστείος , αυτός που έχει γούστο
τσαλαβουτώ : πατάω στο νερό και βρέχομαι ( άτσαλος + βουτώ )
τσαλαπατώ : πατάω και λερώνομαι ( άτσαλος + πατώ )
τσαμπουνώ : μεταφορικά : φλυαρώ
τσανάκα (η) : η λεκάνη ( το σκεύος όχι της τουαλέτας ) ( τουρκ. canak )
τσαούσα (η) : χαρακτηριασμός της πεισματάρας γυναίκας ( τουρκ. cavus = υπαξιωματικός του οθωμανικού στρατού )
τσαπραντίζω : ρυθμίζω τα δόντια του πριονιού
τσατιμάς (ο) : τοίχος με ξύλινο σκελετό και λάσπη με ασβέστη ( τουρκ catma )
τσέρμες (οι) : η παράλυση , η αναπηρία στα χέρια
τση : αντωνυμία : της
τσίζω : καψαλίζω , καίω επιφανειακά κάτι ( αρχ. σίζω = τσιτσιρίζω , για καυτό μέταλλο που το βουτάμε στο νερό )
τσιουρίζω : χτυπάω κάποιον με βέργα ( ηχομιλιτική λέξη , από τον ήχο της λεπτής βέργας όταν κινείται στον αέρα )
τσίπα (η) : η πέτσα , η επιδερμίδα ( σλαβ tsipa )
τσιφούτης (ο) : τσιγκούνης ( τουρκ cifit = εβραίος αρχ κηφήν = κηφήνας = άνθρωπος που ζει εις βάρος των άλλων )
τσίφτης (ο) : ο άψογος στην εμφάνιση και συμπεριφορά άνθρωπος ( αλβαν gift = γεράκι )
τσουντάρι (το) : η κορυφή του δέντρου
τάζω : υπόσχομαι ( αρχ. τάσσω = υπόσχομαι )
τάκα τούκα :ο θόρυβος ( τουρκ. takatuka )
τακίμι (το) : συγκρότημα με οργανοπαίχτες ( τουρκ takim = ομάδα )
τάλε κουάλε : ίδιο , όμοιο ( ιταλ tale quale )
ταμπλάς (ο) : η συγκοπή ( τουρκ tampla )
ταρσανάς (ο) : αποθήκη σε ένα λιμάνι ( ενετ arsenale = ναύσταθμος , τουρκ tersane )
τάχατες : επίρρημα : τάχα ( δηλώνει αμφισβήτηση ) ( αρχ. τάχα = ίσως )
ταχειά : επίρρημα : γρήγορα ( αρχ. ταχέως )
ταχταρίζω : τραγουδάω σε ένα μωρό ένα τραγούδι και το παίζω στα χέρια ( από το ''νταχτιριντι'' )
ταχυνέβγω : ξεκινάω νωρίς , βιάζομαι ( από το αρχ. ταχύς )
τελέματα (στα) : στα τελειώματα , στο τελος ( αρχ. τελειώματα )
τέλι (το) : το ψιλό σύρμα ( τουρκ tel )
τέρμενα (τα) : το τέλος ( ιταλ termino )
Τέτραδος (ο) : η Τετάρτη ( '' πέρασεν ο Τέτραδος , ήφυεν ο βδόμαδος '' )
τζαναμπέτης (ο) : ο ιδιότροπος ( τουρκ cenabet )
τζερεμές (ο) : ο τιποτένιος ( τουρκ cereme )
τζιέρι (το) : το συκώτι ( τουρκ ciger )
τζόβενος (ο) : άντρας μεγάλης ηλικίας που μιμείται τους νέους στην εμφάνιση ( ενετ zoven )
τζουάδα (η) : το αραιό γάλα , που το πήζαν , με τη πυτιά μετά
τίγκα : κάτι που είναι εντελώς γεμάτο ( ιταλ tinga )
τίοτα : αόριστη αντωνυμία : τίποτα ( ελληνιστ τι ποτέ ? )
τόποι (οι) : τα διάφορα μέρη γύρω από το χωριό ( αρχ. τόπος )
του λόγου σου : εσύ
τουρκομάνι : μεταφορικά : η ακαταστασία
τουρλού τουρλού : τα διάφορα , τα ανακατεμένα ( τουρ turlu = ανακάτεμα )
τρατάρω : κερνάω ( ενετ tratar )
τραχανίζω : δημιουργώ χαρακτηριστικό δυσάρεστο ήχο τρίβοντας δύο αντικείμενα μεταξύ τους ( ίσως από το αχ τραχύς = αυτός ή αυτό που έχει ανώμαλη , άγρια επιφάνεια )
τρεζακώνομαι : ζαλίζομαι από τον ήλιο
τριάζω : τριτώνω ( κάνω κάτι τρεις φορές )
τριβόλι (το) : αγκαθωτό ζιζάνιο ( αρχ. τρίβολος )
τρικό (το) : το φανελάκι ( γαλ tricot )
τριμπηδώ : μεταφορικά : εξοργίζομαι ( κυριολεκτικά : πηδάω τρεις φορές )
τροβόλι (το) : μικρό δοχείο από επεξεργασμένα φύλλα βούρλου για το στράγγισμα της μυζήθρας πριν γίνει τυρί ( ίσως τυρί + βούρλο )
τροχάδι (το) : το τρέξιμο ( από το αρχ. τρέχω )
τσακίδια (στα) : ως έκφραση προσταγής και κατάρας : '' στα τσακίδια '' = να πας να τσακιστείς , φύγε , χάσου
τσακίρ κέφι (στο) : στο κορύφωμα του κεφιού ( τουρκ. cakirkeyf = ελαφρά μεθυσμένος )
τσακπινομπιρμπιλογαργαλιάρης (ο) : ο αστείος , αυτός που έχει γούστο
τσαλαβουτώ : πατάω στο νερό και βρέχομαι ( άτσαλος + βουτώ )
τσαλαπατώ : πατάω και λερώνομαι ( άτσαλος + πατώ )
τσαμπουνώ : μεταφορικά : φλυαρώ
τσανάκα (η) : η λεκάνη ( το σκεύος όχι της τουαλέτας ) ( τουρκ. canak )
τσαούσα (η) : χαρακτηριασμός της πεισματάρας γυναίκας ( τουρκ. cavus = υπαξιωματικός του οθωμανικού στρατού )
τσαπραντίζω : ρυθμίζω τα δόντια του πριονιού
τσατιμάς (ο) : τοίχος με ξύλινο σκελετό και λάσπη με ασβέστη ( τουρκ catma )
τσέρμες (οι) : η παράλυση , η αναπηρία στα χέρια
τση : αντωνυμία : της
τσίζω : καψαλίζω , καίω επιφανειακά κάτι ( αρχ. σίζω = τσιτσιρίζω , για καυτό μέταλλο που το βουτάμε στο νερό )
τσιουρίζω : χτυπάω κάποιον με βέργα ( ηχομιλιτική λέξη , από τον ήχο της λεπτής βέργας όταν κινείται στον αέρα )
τσίπα (η) : η πέτσα , η επιδερμίδα ( σλαβ tsipa )
τσιφούτης (ο) : τσιγκούνης ( τουρκ cifit = εβραίος αρχ κηφήν = κηφήνας = άνθρωπος που ζει εις βάρος των άλλων )
τσίφτης (ο) : ο άψογος στην εμφάνιση και συμπεριφορά άνθρωπος ( αλβαν gift = γεράκι )
τσουντάρι (το) : η κορυφή του δέντρου
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου