δαρμός (ο) : το ξύλο , ο ξυλοδαρμός ( από το αρχ δέρω = δέρνω , χτυπώ )
δασονάρι (το) : το μικρό δάσος
δαυλίζομαι : κοιμάμαι από το μεθύσι ( από το ''δαυλί'' = μεθύσι )
δαχτύλι (το) : το δάχτυλο ( αρχ. δάκτυλος )
δεβόλι : επίρρημα διστακτικό : ίσως
δειαφαλιφή (η) : αλοιφή που έφτιαχναν για τη ψώρα , από ''δειάφι''(=θειαφι) , λάδι και ξίδι
δείλι (το) : το δειλινό ( ελληνιστ δειλινόν = το βραδινό φαγητό )
δέμα (το) : μεταφορικά : το χωράφι περιφραγμένο με τράφο ( κυριολεκτικά : ελληνιστ δέμα = συσκευασία αντικειμένων )
δεργάτης (ο) : ο αγροφύλακας
δέτης (ο) : το κορδόνι ( από το ''δένω'' )
δευτερώνω : επαναλαμβάνω , κάνω κάτι δεύτερη φορά
δηλαδής : μόριο : δηλαδή ( αρχ. δηλαδή )
δίαξη (η) : η διαγωγή , η συμπεριφορά
διαολε πάρεσε : έκφραση που σημαίνει : να σε πάρει ο διάολος
διαολίζω : εξοργίζω κάποιον
διαόλου κάλτσα : έκφραση που σημαίνει : ο πανέξυπνος , ο πανούργος
διαόλου τη μάνα (στου) : έκφραση που σημαίνει : κάπου πολύ μακριά
διάτανος (ο) : ο διάβολος ( διάβολος + σατανάς )
διβολιά (η) : η δεύτερη φορά
διδάχος (ο) : αυτός που ''διδάσκει'' / ανακοινώνει τα όσα , σύμφωνα με τον ίδιο , του φώτισε / είπε κάποιος άγιος στο όνειρο του
δικοκιασήματα (τα) : οι αντιδικίες , ο ανταγωνισμός ( ίσως δίκη + πιασίματα , δηλαδή πιάσανε / ξεκινήσανε τις δίκες )
δικός (ο) : ο συγγενής
διφορίζω : καρπίζω δυο φορές
δόδι (το) : το δόντι ( αρχ οδους )
δουλευτής (ο) : ο προκομμένος άνθρωπος
δουλιώ : δειλιάζω ( αρχ δειλιώ )
δουνέ λαβέ : έκφραση που σημαίνει : πάρε δώσε ( δίνω + λαμβάνω )
δρασκελιά (μία) : ένα βήμα ( δράση / κίνηση + σκέλια / πόδια )
δροσοπεζούλα (η) : πεζούλια δεξιά και αριστερά στα σοκάκια , όπου λόγω της θέσης τους τα διαπερνούσε δροσερός αέρας ( δροσιά + πεζούλι )
δρόσος (ο) : η υγρασία (αρχ δρόσος )
δώνω (1) : δίνω κάτι σε κάποιον ( αρχ. δίδω )
δώνω (2) : κατευθύνομαι κάπου ( '' δώνω πάνω γιάντα βιάζομαι '' )
δασονάρι (το) : το μικρό δάσος
δαυλίζομαι : κοιμάμαι από το μεθύσι ( από το ''δαυλί'' = μεθύσι )
δαχτύλι (το) : το δάχτυλο ( αρχ. δάκτυλος )
δεβόλι : επίρρημα διστακτικό : ίσως
δειαφαλιφή (η) : αλοιφή που έφτιαχναν για τη ψώρα , από ''δειάφι''(=θειαφι) , λάδι και ξίδι
δείλι (το) : το δειλινό ( ελληνιστ δειλινόν = το βραδινό φαγητό )
δέμα (το) : μεταφορικά : το χωράφι περιφραγμένο με τράφο ( κυριολεκτικά : ελληνιστ δέμα = συσκευασία αντικειμένων )
δεργάτης (ο) : ο αγροφύλακας
δέτης (ο) : το κορδόνι ( από το ''δένω'' )
δευτερώνω : επαναλαμβάνω , κάνω κάτι δεύτερη φορά
δηλαδής : μόριο : δηλαδή ( αρχ. δηλαδή )
δίαξη (η) : η διαγωγή , η συμπεριφορά
διαολε πάρεσε : έκφραση που σημαίνει : να σε πάρει ο διάολος
διαολίζω : εξοργίζω κάποιον
διαόλου κάλτσα : έκφραση που σημαίνει : ο πανέξυπνος , ο πανούργος
διαόλου τη μάνα (στου) : έκφραση που σημαίνει : κάπου πολύ μακριά
διάτανος (ο) : ο διάβολος ( διάβολος + σατανάς )
διβολιά (η) : η δεύτερη φορά
διδάχος (ο) : αυτός που ''διδάσκει'' / ανακοινώνει τα όσα , σύμφωνα με τον ίδιο , του φώτισε / είπε κάποιος άγιος στο όνειρο του
δικοκιασήματα (τα) : οι αντιδικίες , ο ανταγωνισμός ( ίσως δίκη + πιασίματα , δηλαδή πιάσανε / ξεκινήσανε τις δίκες )
δικός (ο) : ο συγγενής
διφορίζω : καρπίζω δυο φορές
δόδι (το) : το δόντι ( αρχ οδους )
δουλευτής (ο) : ο προκομμένος άνθρωπος
δουλιώ : δειλιάζω ( αρχ δειλιώ )
δουνέ λαβέ : έκφραση που σημαίνει : πάρε δώσε ( δίνω + λαμβάνω )
δρασκελιά (μία) : ένα βήμα ( δράση / κίνηση + σκέλια / πόδια )
δροσοπεζούλα (η) : πεζούλια δεξιά και αριστερά στα σοκάκια , όπου λόγω της θέσης τους τα διαπερνούσε δροσερός αέρας ( δροσιά + πεζούλι )
δρόσος (ο) : η υγρασία (αρχ δρόσος )
δώνω (1) : δίνω κάτι σε κάποιον ( αρχ. δίδω )
δώνω (2) : κατευθύνομαι κάπου ( '' δώνω πάνω γιάντα βιάζομαι '' )
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου