<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd='http://schemas.google.com/g/2005' xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-4591830130189351437</id><updated>2011-07-08T00:35:58.020-07:00</updated><title type='text'>Λέξεις και Εκφράσεις από τη Κόρωνο της Νάξου</title><subtitle type='html'></subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default?max-results=100'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><author><name>Γιώργος Α. Μανωλάς</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03445991912673506541</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='31' src='http://3.bp.blogspot.com/_BbG0G4uHmio/TGwemAFIz9I/AAAAAAAAI_8/vvRkTT7LkV8/S220/1977.jpg'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>24</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>100</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4591830130189351437.post-8788518556820549693</id><published>2009-05-25T08:33:00.013-07:00</published><updated>2011-06-05T14:52:45.176-07:00</updated><title type='text'>Α</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;αβαρία (η) : η απώλεια εργασίας λόγω ζημιάς ( ενετ avaria )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αβέρτα : συνέχεια ( ενετ averto )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αβουθώ : βάζω πάνω στον ώμο ( ίσως από το ''βοηθώ'' ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αβρωνιά (η) : οφιοειδής βλαστός που τρώγεται ( αρχ βρύω = έχω άφθονο υγρό )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αβυζάριζα : βύζαινα &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αγάντα : έκφραση που σημαίνει : ''να έχεις δύναμη'' , ''κουράγιο '' ( κυριολεκτικά είναι ναυτικός όρος και σημαίνει : βάλε δύναμη στο κουπί ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;άγαρμπος (ο) : ο άκομψος ή αυτός που οι ενέργειες και οι πράξεις του δεν έχουν χάρη ( στερητικό α+ ιταλ. garbo = κομψότητα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αγγειό (το) : δοχείο πήλινο ή χάλκινο που χρησιμοποιούσαν για την ανάγκη τους τη νύχτα ( αρχ. αγγείον = δοχείο )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αγγελομαραμός : κάτι ή κάποιος άσχημο ή άσχημος ( άγγελος + ''μαραμός'' / μαραζωμένος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αγιάζι (το) : η ψύχρα , η υγρασία ( τουρκ ayaz ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αγκερίδα (η) : μακρύ λεπτό ξύλο με καμπύλη στην άκρη για να τραβάνε τα κλαδιά ( από το ''αγκίστρι'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αγκύλι (το) : το αγκάθι (αρχ. αγκύλη = αγκάθι , κεντρί )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αγκυλώνω : τσιμπώ ή τρυπάω ( από το ''αγκύλι'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αγλέουρας (ο) : μεταφορικά : για να δηλώσουμε πως κάποιος έφαγε πάρα πολύ ( κυριολεκτικά : αρχ. αλλέβορος = είδος δηλητηριώδους βοτάνου ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αγώι (το) : το γαϊδούρι ή το μουλάρι που χρησιμοποιείται επί πληρωμής για μεταφορά υλικών ( αρχ. αγώγιον = φόρτωμα άμαξας )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αδικοφιά (η) : η αδικία ( αrχ. αδικία )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αεκιό : πρόθεση : μετά ( αέκιο = από εκεί ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αεράνι (το) : κατασκευή σε πηγάδι για να βγάζουν το νερό , η οποία μοιάζει με γερανό ( από το ''γερανός'' / αγερανός / αεράνι , όπως και ''Αγερσανί'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αθάνατος (ο) : αιωνόβιο φυτό με μεγάλα επιμήκη φύλλα με αγκάθια στις άκρες ( αρχ αγαύη )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αθεόφοβος (ο) : ο τολμηρός , αυτός που δεν φοβάται ούτε τον Θεό&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αϊτέβγω : αϊτεύω = λέω κάποια προσευχή για την θεραπεία μιας ασθένειας ( ίσως από το ελληνιστ σαγιτεύω = σαγηνεύω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ακαμάτης (ο) : αυτός που δεν μπορεί να δουλέψει , ο τεμπέλης ( από το ''κάματος'' = εργασία )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αλαμπουρνέζικα (τα) : ακαταλαβίστικα , δυσνόητα ( ιταλ. alla burlesca = με παιχνιδιάρικο ύφος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αλετομίζω : κόβω κάτι σε κομάτια , καταστρέφω ( αλέθω + τομή )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αλευριά (η) : βρασμένο αλεύρι με νερό και αλάτι &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αλιμπέρτο (το) : το ελεύθερο ( γαλ liberte = ελευθερία )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αλισβερίσι (το) : η συναλλαγή ( τουρκ alicveris = πάρε δώσε )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αλισίβα (η) : απόσταγμα στάχτης χρήσιμο για το πλύσιμο ( ιταλ liscivia ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αλληβούδι (το) : η αλληλοβοήθεια ( κυριολεκτικά : η ανταλλαγή βοδιών από δύο ιδιοκτήτες που είχαν ένα ο καθένας , για να συμπληρώνουν ζευγάρι για το όργωμα ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αλλοπαρμένος (ο) : ο τρελός , ο αλλοπρόσαλλος ( άλλος + παρμένος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αλμπάνης (ο) : μεταφωρικά : ο απρόσεκτος ( κυριολεκτικά : ο πεταλωτής , τουρκ nalbant )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αμαθιά (η) : το έντερο του γουρουνιού γεμιστό με ρύζι και χορταρικά ( κάτι σαν λουκάνικο , αρχ ματύα = νόστιμο φαγητό )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αμανάτι (το) : το ενέχυρο , η εγγύηση ( τουρκ emanat )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αμανίτες (οι) : τα μανιτάρια ( ελληνιστ αμανίτης = μανιτάρι )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αμάχη (η) : ο τσακωμός , η φιλονικία ( από το αρχ. μάχη )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;άμε : πήγενε ( από αρχ. άγωμεν = πάμε ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αμέτι μουχαμέτι : έκφραση που σημναίνει : πεισματικά , '' σώνει και καλά '' ( τουρκ amet muhabbet )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αμολώ : αφήνω ελεύθερο ( ιταλ ammolare = αφήνω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αμούργα (η) : το κατακάθι του κρασιού ή του λαδιού ( ενετ murca , αρχ αμόργη )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αμουρούζα (η) : η αγαπητικιά , η αραβωνιαστικιά ( ιταλ amore = αγάπη ) /ΚΧ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;άμπακος (ο) : μεταφορικά : για να δηλώσουμε πως κάποιος έφαγε πολύ ( '' ήφαεναι τον &lt;br /&gt;άμπακο '' )( κυριολεκτικά : ιταλ. abbaco &amp;amp; αρχ άβαξ = πινάκιο γραφής )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αμπάνιερι : ξεφραγο , κτήμα που δεν έχει περίφραξη ( ίσως μπένω + αέρας )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αμπασά (η) : είσοδος σε φράχτη ( αρχ έμπασις = είσοδος , αγγλ pass = πέρασμα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αμπιδόκοπα (τα) : κομμένα σε κομμάτια αχλάδια και ξεραμένα στον ήλιο ( αρχ απίδι / &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αχλάδι + κόβω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αμπιρυνάς (ο) : ο πυρήνας = ότι μένει από την ελιά στο ελαιοτριβείο , χρησιμοποιούνταν σαν καύσιμη ύλη &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αναδίνω : βγαίνω ( αρχ. αναδύδωμι = δίνω ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αναθύμηση (η) : η ανάμνηση ( ανά / ξανά + θύμηση )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ανάμα : το κόκκινο κρασί που χρησιμοποιείται στην εκκλησία για την Θεία Ευχαριστία ( αρχ νάμα = τρεχούμενο νερό )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αναμπαμπούλα (η) : η αναμπουμπούλα = η αναστάτωση , ο πανικός , η πολύ φασαρία ( ενετ ala babala = στο ''βρόντο'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;άναξος (ο) : ο ανάξιος&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ανασκουμπώθηκα : ξαναετοιμάστηκα ( ανα + κόμπος ( μανίκια) = σηκώνω τα μανίκια )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ανεβαλλούσες (οι) : απότομες ανηφόρες ( από το ''ανεβαίνω'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ανεβοάζω : φωνάζω ( ανε + βοή )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ανεγκέματα (τα) : οι πληγές με ποίον ( πληγές από γκέμια , γκέμι = χαλινάρι = τουρκ gem )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ανεγλύφομαι : λιγουρεύομαι , γλύφω τα χείλη μου από κάτι που λιγουρεύτηκα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ανεμοσούρι (το) : ότι σέρνει ο άνεμος&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ανέπαρση (η) : η βοήθεια στο σήκωμα ( αρχ. έπαρσις = φούσκωμα ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ανεπρόκοπος (ο) : ο τεμπέλης , αυτός που δεν κάνει προκοπή&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ανέφαμα (τα) : η επανεμφάνιση ( ανε + φαίνομαι )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ανεφταόρατο (το) : το άφαντο , το εξαφανισμένο ( επτά φορές αόρατο )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ανεχετζώνω : ανατριχιάζω ( ίσως από το ανε + χαίτη )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αντιμισθία (η) : η πληρωμή σε είδος και όχι με χρήματα ( αντί μισθού )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αντιστιβερίζω : στηρίζω ή κρατάω κόντρα ( ίσως από το στιβαρός = δυνατός , στέρεος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αντιφεγγίζω : αντανακλώ ( αντί + φέγγω / φωτίζω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αντράκλα (η) : η γλιστρίδα , ποώδες φυτό που τρώγεται σαν σαλάτα ( αρχ. ανδράχλη )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αξαμπωθιές (οι) : οι σπρωξιές ( από το μπώθω = απωθώ ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αξαμώνω : σημαδεύω ( λατ exam = ζυγίζω , εξετάζω προσεκτικά ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;άπατα : βαθιά , χωρίς πάτο / πυθμένα &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;απίκο : έκφραση που σημαίνει : έτοιμος να ξεκινήσει ( ιταλ a picco )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;άπιος (ο) : ο διψασμένος , αυτός που δεν έχει πιει ( στερητικό α + πίνω ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αποδωσίδια (τα) : τα πράγματα που έστελνε / απέδιδε κάποιος σε κάποιον άλλον ( από το αρχ. αποδίδωμι ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αποκοτιά (η) : το θράσος , η τόλμη ( από + κοτάω / τολμώ )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;απολύσωνας (ο) : το διώξιμο ( από το ''απόλυση'' ) /ΚΧ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;απολυταριά (η) : το πέταγμα του ραβδιού πιασμένο από τη μια του άκρη ( ίσως από παράφραση του ''εξαπολύω / απολύω'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;απόπατος (ο) : η τουαλέτα , ο καμπινές ( αρχ. απόπατος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αποφόρι (το) : ρούχο που έχει χρησιμοποιήσει κάποιος πολύ και δεν το φοράει πια ( από + φορώ )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;απύρι (το) : πολλές σπίθες μαζί που δείχνουν ότι πύρωσε ο φούρνος&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αράδα : πολλά ( ενετ arada = το περιεχόμενο του αλωνιού )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αραλίκι (το) : η απραξία , η ανάπαυση ( τουρκ aralik )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αρίζικος (ο) : ο κακορίζικος , ο άτυχος ( στερητικό α + ριζικό )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αρμάρι (το) : το ερμάριο , το ράφι ( λατ armar )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αρμέω : αρμέγω ( αρχ. αμέλγω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;άρον άρον : έκφραση που σημαίνει : ενέργεια που γίνεται βιαστικά , γρήγορα , ακούσια ή και βίαια ( αρχ. άρω = απομακρύνω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αρπώ : αρπάζω ( αρχ. αρπάζω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;άρτσι βρούτσι : χωρίς τάξη ή λογική συνοχή ( αρμένικη ρίζα ''άρτσι μπούρτσι = &lt;br /&gt;αρτζιβούριν = κατάλυση της νηστείας της Τετάρτης και της Παρασκευής )&lt;br /&gt;)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;άστομος (ο) : αυτός που δεν τρώει ( δεν έχει ''στόμα'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ατσάλαχος (ο) : ο μικρός θόρυβος ( άτσαλος + ήχος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;άτσαλος (ο) : ο ακατάστατος , ο απρόσεκτος ( αρχ ατάσθαλος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ατσίδα (η) : η νυφίτσα , το κουνάβι ( ελληνιστ ακτίς = νυφίτσα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αφάνες (οι) : πυκνοί θάμνοι που έμπαιναν γύρω από το αλώνι για να κόβουν τον αέρα ( ελλην αφάνα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αφορεζμένος (ο) : μετοχή του ''αφορίζω'' ( = αυτού που το σώμα δεν έλιωσε μετά το θανατό του λόγω αφορισμού του από την εκκλησία , κυριολεκτικά σημαίνει : αυτός που έχει αφορίσει η εκκλησία )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;άφουκλα (η) : κατάλληλα σκαλισμένη πέτρα που τοποθετούνταν σε κάποιο σημείο του δώματος για να φεύγουν τα νερά ( ίσως από το ''αφήνω'' ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;άφτω : ανάβω ( αρχ. αφή = άναμμα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αχαΐρευτος (ο) : ο ανεπρόκοπος ( στερητικό α + ''χαΐρι'' / προκοπή )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αχαμνός (ο) : ο αδύνατος , ο ισχνός ( αρχ χαύνος = αδύνατος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αχός (ο) : ο θόρυβος , ο ήχος&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αχταρμάς : έκφραση που σημαίνει : ήρθαν τα πάνω κάτω ( τουρκ aktarmak = στο χωράφι φέρνω το κάτω χώμα πάνω κάτι σαν ανακύκλωση του χώματος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αψύς (ο) : ο δριμύς ( αρχ αψίκορος = οξύθυμος&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4591830130189351437-8788518556820549693?l=koronoslexiko.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/feeds/8788518556820549693/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_5698.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/8788518556820549693'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/8788518556820549693'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_5698.html' title='Α'/><author><name>Γιώργος Α. Μανωλάς</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03445991912673506541</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='31' src='http://3.bp.blogspot.com/_BbG0G4uHmio/TGwemAFIz9I/AAAAAAAAI_8/vvRkTT7LkV8/S220/1977.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4591830130189351437.post-3986591099406315543</id><published>2009-05-25T08:33:00.011-07:00</published><updated>2011-01-02T09:01:56.987-08:00</updated><title type='text'>Β</title><content type='html'>βαβούνι (το) : το ζωύφιο ( παράφρασή του ''μαμούνι'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βάι βάι : επιφώνημα : αλίμονο ( τουρκ. vay )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βακαλάος (ο) : ο " μπακαλιάρος '' ( ισπανικά bacalao )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βακέτα (η) : χοντρό κατεργασμένο δέρμα, συνήθως μοσχαριού ( ενετ vacheta ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βαποράκι (το) : το σίδερο για το σιδέρωμα = μεταλλικό δοχείο με χοντρή βάση και καπάκι με χειρολαβή όπου μέσα τοποθετούνταν κάρβουνα ( ονομαζόταν έτσι λόγω σχήματος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βαργιόμοιρος (ο) : ο κακομοίρης , αυτός που η μοίρα του επιφύλαξε μεγάλα βάρη&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βάρδα : προειδοποίηση για κάποιο κίνδυνο ( ''φυλάξου'' , ''πρόσεχέ'' ) ( ενετ varda =πρόσεχε )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βάρδα μπένα : πρόσεχε πολύ ( βάρδα / varda / πρόσεχε + μπένα / ιταλ. ben / πολύ )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βάρδουλο (το) : δερμάτινη λωρίδα γύρω από το πέλμα του υποδήματος πάνω στην οποία ραβόταν η σόλα ( ενετ vardolo ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βασιλεμός (ο) : το ηλιοβασίλεμα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βατεύεω : για τα ζώα : γονιμοποιώ ( ελληνιστ βατεύω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βεγγέρα (η) : βραδινή συγκέντρωση σε κάποιο σπίτι ( ιταλ vegghera )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βελζεβούλης (ο) : ο διάβολος ( εβρ be el zebh b = ο άρχοντας των μυγών )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βεντούζα (η) : μικρό γυάλινο δοχείο με ανοιχτό στόμιο , που αφού θερμανθεί το στόμιο του , προσκολλάται στην πλάτη του ασθενή για θεραπευτικούς λόγους ( ενετ ventosa )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βέργα (η) : λεπτό και ίσιο κλαδί καθαρισμένο από τα φύλλα ( ιταλ vegra )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βερεσέδια (τα) : η πίστωση ( τουρκ veresiye )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βιβίτακας (ο) : σαν βρισιά : ο χαζός&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βιγλίζω : παρατηρώ ( από το ''βίγλα'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βιδέλο (το) : το μοσχάρι ( ιταλ vitello , τουρ videle = το κρέας ή το δέρμα του μοσχαριού )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βιζινές (ο) : η ζυγαριά ( ίσως λατιν. business = δουλειά , εργασία )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βίος : επίρρημα : πολύ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βίτσα (η) : λεπτή βέργα ( ενετ vitea , σλαβ. vitsa )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βλακέντιος (ο) : επίσημα και ειρωνικά ο βλάκας με την συγκριτική κατάληξη των λατινικών ''-έντιος''&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βλογιοκομμένος (ο) : αυτός που έχει την ευλογία την αρρώστια&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βοή (η) : η φασαρία ( αρχ. βοή )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βοή ντου νού μου : έκφραση που σημαίνει : αλίμονο μου ( βοή του νου μου )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βοή που μού ρθενε : έκφραση που σημαίνει : εάν είναι δυνατόν ( βοή που μου ήρθε )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βόθροι (οι) : η Κόρωνος (αρχ. βόθρος = λάκκος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βολή (η) : η σωστή μεριά ( αντίθετο = ανάποδη ) ( από το ''βολεύω'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βολοδέρνω : γυρίζω άσκοπα ( ίσως από το ιταλικό ''volta'' = περίπατος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βολύμι (το) : το μέταλλο μολύβι ( αναγραμματισμός της λέξης )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βόσκα (η) : η εργασία του βοσκού &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βουβαίνομαι : μου κόβεται η ομιλία , το βουλώνω ( εληνστ βωβός = άφωνος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βούθουνας (ο) : ο βαθύς λάκκος &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βούκινο (το) : μεγάλο κοχύλι που χρησιμοποιούσαν σαν κόρνα οι ψαράδες ( λατιν bucina ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βούκλα (η) : ο χαλκάς &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βουλώ : γκρεμίζω ( από το βουλιάζω = αρχ. βολίζω ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βουρ : η ορμή ( τουρκ vour ) ( '' βουρ στο πατσά '' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βουρλίζομαι : σαν έκφραση : κάνω σβούρες , κάνω ότι θέλω ( από το ''σβουρίζω'' ) ( '' μωρε δε πα να βουρλίζουντενε , εώ θα φύω '' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βούτα (η) : η κλεψιά , η αρπαγή ( από το ''βουτώ'' = κλέβω , αρπάζω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βουτάκι : έκφραση που σημαίνει πως κάτι είναι βρεγμένο ( από το ''βουτώ'' = βυθίζω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βρέσιμο (το) : το αρχαίο αντικείμενο ( προϊόν αρχαιοκαπηλίας ) ( από το ''βρίσκω'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βριάζω : αναβλύζω ( αρχ. βρύω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βροντοβουλώ : γκρεμίζω κάτι γρήγορα και κάνω πολύ θόρυβο ( βροντή + βουλώ / γκρεμίζω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βρουκούακας (ο) : ο βρικόλακας ( βουλγ vikrolak ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βρωμοκοπώ : είμαι πολύ βρώμικος &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βρωμοσοπλίζω : βρωμάω&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;βυζάντιο : χαρακτηρισμός για ένα πολύ καλό κρασί , όπως λέμε σήμερα ''νέκταρ'' ( δηλαδή κατάλληλο για να το ποιούν στο Βυζάντιο )&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4591830130189351437-3986591099406315543?l=koronoslexiko.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/feeds/3986591099406315543/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_4025.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/3986591099406315543'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/3986591099406315543'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_4025.html' title='Β'/><author><name>Γιώργος Α. Μανωλάς</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03445991912673506541</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='31' src='http://3.bp.blogspot.com/_BbG0G4uHmio/TGwemAFIz9I/AAAAAAAAI_8/vvRkTT7LkV8/S220/1977.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4591830130189351437.post-2234678297779540633</id><published>2009-05-25T08:33:00.009-07:00</published><updated>2011-06-05T14:53:50.917-07:00</updated><title type='text'>Γ</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;γάδαρος (ο) : το γαϊδούρι ( αραβ. gaidar = σκληρότητα , καταπίεση )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γαλακτίζω : μεταφορικά : ασβεστώνω ( από το γάλα λόγω του άσπρου χρώματος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γαλανός (ο) : μεταφορικά : ο ξανθός , ο ανοιχτόχρωμος&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γαλαρία (η) : υπόγεια στοά σε ορυχείο ( ενετ galaria )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γαλιφιά (η) : τα γλυκόλογα και καλοπιασίματα ( ιταλ. gaglioffo )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γαλόντζα (η) : η λαστιχένια μπότα ( ενετ galozza )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γαμπρίζω : ψάχνω ταίρι για γάμο ( από το αρχ. γαμβρός = γαμπρός )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γανώνω : επαλείφω με κασσίτερο χάλκινα μέρη ( ελληνιστ γανώνω = στιλβώνω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γανωτζής (ο) : αυτός που γάνωνε / στίλβωνε τα χάλκινα αντικείμενα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γαριάζει : για τα ρούχα : από το κακό πλύσιμο παίρνουν κίτρινη απόχρωση ( από το αρχ. γάρος = η άρμη των παστών ψαριών )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γαριβάλδενα : σαν βρισιά : η ''λουσού'' &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γαρμπής (ο) : νοτιοδυτικός άνεμος ( ενετ garbin , τουρκ garbi )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γαρμπίλι (το) : ψιλό χαλικι ( ιταλ garbuglio = ανακάτωμα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γαρμπώζικο (το) : το κομψό ( ιταλ garbo = κομψότητα ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γάτης (ο) : ο γάτος ( ελληνιστ κάττος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γγίζω (1) : αγγίζω , ακουμπώ ( ελληνιστ αγγίζω = φέρνω κοντά )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γγίζω (2) : μεταφορικά : κλέβω&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γδυτός (ο) : ο γυμνός ( από το αρχ. εκδύνω = γδύνω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γερόντοι (οι) : οι γέροι ( αρχ. γέρων = ο γέροντας )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γιάε : σαν μόριο : κοίτα , να , δες ( για δες )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γιάντα : αιτιολογικός σύνδεσμος : γιατί&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γιάνω : υγιαίνω , αποκτώ την καλή μου υγειά μετά από αρρώστια ή χτύπημα ( αρχ. υγιαίνω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γιαπειδής : αιτιολογικός σύνδεσμος : επειδή ( αρχ. επειδή )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γιατροσόφια (τα) : τα πρακτικά φάρμακα και όχι με συνταγή γιατρού ( γιατρός + σοφία )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γινάτι (το) : το πείσμα ( τουρ inat )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γιόμα (το) : το γέμισμα ( από το ''γιομίζω'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γκαβός (ο) : ο αλλήθωρος ( ρουμαν. gavu , λατιν cavus = κοίλος , βυζαντ σκαμβός )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γκαβούακας (ο) : ο '' γκαβός ''&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γκαγκaλώνω : κρυώνω τόσο πολύ που μένω ακίνητος ( από το ''κοκαλώνω'' = παθαίνω ακαμψία )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γκαζιέρα (η) : κινητή συσκευή μαγειρέματος που δούλευε με πετρέλαιο και αργότερα με γκάζι &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γκαζοντενεκές (ο) : ο ντενεκές ( ίσως από το ιταλικό ''caso'' = πάθημα και το τούρκικο teneke = ντενεκές , δηλαδή χτυπημένος ντενεκές )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γκανιάζω : διψάω πολύ ( ίσως παράφραση του ''γανιάζω'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γκαρδιοκόβγομαι : μεταφορικά : τρομάζω ( κυριολεκτικά : μου κόπηκε η ''γκαρδιά'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γκαρίζω : για τους ανθρώπους : φωνάζω ( αρχ γαρύω = φωνάζω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γκασκαρίκα (η) : η φάρσα , το πάθημα ( τουρκ kaskariko )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γκετσές (ο) : μαλλιά ή τρίχες ζώου μπλεγμένα ( τουρ kece )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γκιλότα (η) : η κιλότα , γυναικείο εσώρουχο ( γαλ cullot )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γκουντούλησε (του) : στραβοκάταπιε ( από το "κουτουλώ'' , με την έννοια πως κάτι μου κουτούλησε τον οισοφάγο )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γκρεμνοβολίζομαι : έπεσα ( εγκρεμνοβολίστικα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γκρεμνός (ο) : ο γκρεμός ( από το αρχ. κρημνίζω = γκρεμίζω ) ( '' Καβαλάρης Εγκρεμνός '' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γκρίφια (τα) : οι γκρεμοί , οι χαράδρες ( από το ''γκρεμνός'' ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γκωνιάζω : σπρώχνω στη γωνιά ή κάνω γωνία ( ελληνιστ γωνιάζω = τοποθετώ σε γωνία ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γλειμίτζουρας (ο) : σαν βρισιά : ο αδύνατος , ο ισχνός&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γλήορης : επίρρημα τροπικό : γρήγορα ( ελληνιστ γρήγορα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γλίδα (η) : η '' γλίτσα ''&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γλίνα (η) : το λιωμένο λίπος του γουρουνιού ( αρχ γλίνη ) /Ψ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γλίτσα (η) : η βρωμιά ( αρχ γλίνη = λίπος κρέατος , βουλγ glinza , αρχ. εκλιστρώ = γυαλίζω)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γλυκάδι (το) : το ξίδι ( στα αρχαία γλυκάδι = ξίδι το ξίδι προέρχεται από το οξύς = με ξινή γεύση )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γνέφω : κάνω νόημα ( αρχ νεύω = κλίνω το κεφάλι προς τα εμπρός )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γνώρος (το) : η αναγνώριση ( από το αρχ. γνωρίζω ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γογγίλια (τα) : οι καρποί του χεριού( ίσως από το αγκύλη , επειδή ο καρπός όταν κινείται σχηματίζει αγκύλη ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γονικό (το) : χαρακτηρισμός κάποιας κληρονομιάς από τους γονείς &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γόνυ (το) : το γόνατο (αρχ. γόνυ )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γουδί (το) : ξύλινο ή μεταλλικό σκεύος με τη μορφή χοντρού κυπέλλου όπου κοπάνιζαν διάφορα καρυκεύματα ( αρχ. υγδις )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γούλα (η) : το στομάχι ( λατ gula = το προγούλι )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γούπατο (το) : το χαμήλωμα του εδάφους ( γούβα + ''πάτος'' / πυθμένας )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γράδο (το) : όργανο μέτρησης της πυκνότητας του αλκοόλ στα ποτά ( ενετ grado )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γρουλώνω : στραβοκαταπίνω και μου κόβεται η αναπνοή&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γυναικωτός (ο) : άντρας με θηλυκή / γυναικεία συμπεριφορά&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γυροβολιά (η) : μία βόλτα σε κύκλο , συνήθως στο χορό&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γυρουλιάζω : γυρίζω άσκοπα στους δρόμους&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;γύφτος (ο) : ο σιδηρουργός ( κυριολεκτικά ο αιγύπτιος , ο μελαψός )&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4591830130189351437-2234678297779540633?l=koronoslexiko.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/feeds/2234678297779540633/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_6822.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/2234678297779540633'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/2234678297779540633'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_6822.html' title='Γ'/><author><name>Γιώργος Α. Μανωλάς</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03445991912673506541</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='31' src='http://3.bp.blogspot.com/_BbG0G4uHmio/TGwemAFIz9I/AAAAAAAAI_8/vvRkTT7LkV8/S220/1977.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4591830130189351437.post-7792177105102175432</id><published>2009-05-25T08:33:00.007-07:00</published><updated>2011-06-05T14:54:17.780-07:00</updated><title type='text'>Δ</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;δαρμός (ο) : το ξύλο , ο ξυλοδαρμός ( από το αρχ δέρω = δέρνω , χτυπώ )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;δασονάρι (το) : το μικρό δάσος &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;δαυλίζομαι : κοιμάμαι από το μεθύσι ( από το ''δαυλί'' = μεθύσι )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;δαχτύλι (το) : το δάχτυλο ( αρχ. δάκτυλος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;δεβόλι : επίρρημα διστακτικό : ίσως &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;δειαφαλιφή (η) : αλοιφή που έφτιαχναν για τη ψώρα , από ''δειάφι''(=θειαφι) , λάδι και ξίδι &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;δείλι (το) : το δειλινό ( ελληνιστ δειλινόν = το βραδινό φαγητό ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;δέμα (το) : μεταφορικά : το χωράφι περιφραγμένο με τράφο ( κυριολεκτικά : ελληνιστ δέμα = συσκευασία αντικειμένων )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;δεργάτης (ο) : ο αγροφύλακας&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;δέτης (ο) : το κορδόνι ( από το ''δένω'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;δευτερώνω : επαναλαμβάνω , κάνω κάτι δεύτερη φορά&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;δηλαδής : μόριο : δηλαδή ( αρχ. δηλαδή )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;δίαξη (η) : η διαγωγή , η συμπεριφορά &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;διαολε πάρεσε : έκφραση που σημαίνει : να σε πάρει ο διάολος&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;διαολίζω : εξοργίζω κάποιον&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;διαόλου κάλτσα : έκφραση που σημαίνει : ο πανέξυπνος , ο πανούργος&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;διαόλου τη μάνα (στου) : έκφραση που σημαίνει : κάπου πολύ μακριά&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;διάτανος (ο) : ο διάβολος ( διάβολος + σατανάς )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;διβολιά (η) : η δεύτερη φορά&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;διδάχος (ο) : αυτός που ''διδάσκει'' / ανακοινώνει τα όσα , σύμφωνα με τον ίδιο , του φώτισε / είπε κάποιος άγιος στο όνειρο του &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;δικοκιασήματα (τα) : οι αντιδικίες , ο ανταγωνισμός ( ίσως δίκη + πιασίματα , δηλαδή πιάσανε / ξεκινήσανε τις δίκες )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;δικός (ο) : ο συγγενής&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;διφορίζω : καρπίζω δυο φορές &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;δόδι (το) : το δόντι ( αρχ οδους )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;δουλευτής (ο) : ο προκομμένος άνθρωπος&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;δουλιώ : δειλιάζω ( αρχ δειλιώ )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;δουνέ λαβέ : έκφραση που σημαίνει : πάρε δώσε ( δίνω + λαμβάνω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;δρασκελιά (μία) : ένα βήμα ( δράση / κίνηση + σκέλια / πόδια )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;δροσοπεζούλα (η) : πεζούλια δεξιά και αριστερά στα σοκάκια , όπου λόγω της θέσης τους τα διαπερνούσε δροσερός αέρας ( δροσιά + πεζούλι )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;δρόσος (ο) : η υγρασία (αρχ δρόσος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;δώνω (1) : δίνω κάτι σε κάποιον ( αρχ. δίδω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;δώνω (2) : κατευθύνομαι κάπου ( '' δώνω πάνω γιάντα βιάζομαι '' )&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4591830130189351437-7792177105102175432?l=koronoslexiko.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/feeds/7792177105102175432/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_9619.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/7792177105102175432'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/7792177105102175432'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_9619.html' title='Δ'/><author><name>Γιώργος Α. Μανωλάς</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03445991912673506541</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='31' src='http://3.bp.blogspot.com/_BbG0G4uHmio/TGwemAFIz9I/AAAAAAAAI_8/vvRkTT7LkV8/S220/1977.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4591830130189351437.post-1563183532128722776</id><published>2009-05-25T08:33:00.005-07:00</published><updated>2011-06-05T14:54:57.359-07:00</updated><title type='text'>Ε</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;έβγα (το) : η έξοδος ( από το βγαίνω ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;έγκουσα (η) : η δυσφορία ( ενετ angossa = δυσκολία στην αναπνοή , δύσπνοια , αγκομαχητό ) ( '' έγκουσα σε βαστά '' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;εγρέος (ο) : βορειοανατολικός άνεμος ( ενετ grego )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;εδάδα : χρονικό επίρρημα : τώρα &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;έηπα : τοπικό επίρρημα : εδώ &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ειδεμή : επίρρημα τροπικό : ειδάλλως , αλλιώς ( αρχ. ει δε μη ) ( '' πάρτα όα ειδεμή μη πάρεις τίοτα '' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ειτονιά (η) : η γειτονιά ( αρχ. γειτονία )&lt;br /&gt;ελάδα (η) : η αγελάδα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ελεϊκό : μεταφορικά και ως επίρρημα : τίποτα ( από το ''έλεος'' ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ελεϊκό τσ' ελεημοσύνης : μεταφορικά και ως επίρρημα : απολύτως τίποτα &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ελικία (η) : η ηλικία ( αρχ. ηλικία = ο χρόνος της ζωής )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ελώ : γελώ ( αρχ. γελώ )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;εμ (1) : ως αντιθετικός σύνδεσμος : ε μα ( '' εμ ήτα άλλο ήθελες να κάμω ? '' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;εμ (2) : ως επιφώνημα : ε μα ( '' εμ! φυσικό ήτονε '' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;εμ (3) : ως συμπλεκτικός σύνδεσμος : εμ ( τουρκ. hem … hem ) ( '' εμ μου καθούσουνε στο ρεύμα εμ μου λες πως εκράωσες '' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;εμιλιά (η) : η ομιλία ( αρχ. ομιλία = συνανστροφή )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;εμόζω : γεμίζω ( αρχ. γεμίζω = φορτώνω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;έμορφος (ο) : ο όμορφος ( αρχ. έμορφος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;έμπα έβγα : έκφραση η οποία σημαίνει σημαίνει : κάποιος μπαίνει και βγαίνει συνεχώς&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;εμπατούρα (η) : η είσοδος ( αρχ έμπασις = είσοδος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;έμπολη (η) : η αλλαγή πορείας του νερού μέσα στο ναό / χαντάκι ( από το ''εμβολίζω'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;έννοια (η) : η σκέψη , η ανησυχία ( αρχ. έννοια )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;εντιμότη (η) : η εντιμότητα ( αρχ. εντιμότης )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;εξάπαντος : επίρρημα : οπωσδήποτε ( αχ εξ άπαντος = με οποιαδήποτε αιτία )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;εξάψαλμος (ο) : μεταφορικά : το μάλωμα , η επίπληξη ( κυριολεκτικά : μια σειρά από έξι ψαλμούς στον όρθο ) ( '' ήκουσενε τον εξάψαλμο '' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;έξε : έξι ( αρχ. εξ )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;εξόμου : επίρρημα : εκτός ( αρχ. εξόν ) /ΚΧ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;εουτός : αντωνυμία δεικτική : ετούτος , αυτός ( αρχ. ούτος ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;επά : τοπικό επίρρημα : εδώ &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;επειδής : αιτιολογικός σύνδεσμος : επειδή ( αρχ. επειδή )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;επιδεξιότη (η) : η επιδεξιότητα ( αρχ. επιδεξιότις )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;επίζαβος (ο) : σαν βρισιά : ο υπερβολικά βλάκας&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;επίφοβος (ο) : ο επικίνδυνος , αυτός που πρέπει να τον φοβάσε ( επί + φόβος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;επόφαα : απόφαγα , αποτέλειωσα το φαγητό μου &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ερά : ως επίρρημα : γερά ( '' βάστα ερά '' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;έρμος (ο) : ο έρημος , ο μόνος , αυτός που δεν έχει βοήθεια ( '' τι 'χαν τα έρμα και ψοφούσαν '' ) ( αρχ. έρημος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;εροντοθυατέρα (η) : η γεροντοθυγατέρα , η γεροντοκόρη ( γέροντας + θυγατέρα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ερπίζω : ελπίζω ( αρχ. ελπίζω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;εστρεμός (ο) : η επιστροφή ( από το ''στρέφομαι'' = κάνω στροφή στη πορεία μου )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ετότες : επίρρημα χρονικό : τότε ( αρχ. τότε )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ετού : τοπικό επίρημα : εκεί ( αρχ. αυτού = ακριβώς εκεί )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ετσά : επίρρημα τροπικό : έτσι ( αρχ ούτοσι )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ετώρα : χρονικό επίρρημα : τώρα ( ελληνιστ τώρα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;έχθρητα (τα) : οι έχθρες ( αρχ. έχθρα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;εώ : εγώ ( αρχ. εγώ )&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4591830130189351437-1563183532128722776?l=koronoslexiko.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/feeds/1563183532128722776/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_4191.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/1563183532128722776'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/1563183532128722776'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_4191.html' title='Ε'/><author><name>Γιώργος Α. Μανωλάς</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03445991912673506541</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='31' src='http://3.bp.blogspot.com/_BbG0G4uHmio/TGwemAFIz9I/AAAAAAAAI_8/vvRkTT7LkV8/S220/1977.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4591830130189351437.post-3187774676064264571</id><published>2009-05-25T08:33:00.003-07:00</published><updated>2011-06-05T14:55:32.301-07:00</updated><title type='text'>Ζ</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;ζαβάργα (η) : η βλακεία , η ενέργεια του ''ζαβού''&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ζαβλακώνομαι : ζαλίστηκα ( τουρκ zavalli = ο δυστυχής ) ( '' ζαβλάκωσενε ο ήλιος '' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ζαέρης (ο) : ο εφοδιαστής στον οθωμανικό στρατό (τουρκ. ζαερές = εφόδιο )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ζαϊφιάζω : ζαλίζομαι&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ζακίζω : υποχορώ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ζαμάνι : καιρός ως χρονική διάρκεια ( τουρκ. zaman )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ζάρω : συνιθίζω &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ζάφτι : αντωνυμία αόριστη : τίποτα (τουρκ.zapti )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ζβάρνα : σύρσιμο ( σλαβ barna )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ζεματώ : ρίχνω ζεματιστό νερό κάπου ( ελληνιστ ζεματίζω = βράζω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ζεμπίλι (το) : πλεχτό ψάθινο σακούλι ( τουρκ zempil ) ( σήμερα λένε και το σάκο από λάστιχο που κουβαλάν το σμυρίγλι )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ζένω : μυρίζω ( αρχ οζώ = βρομάω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ζερζεβούλης (ο) : ο ''βελζεβούλης'' &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ζηαφέντη : το γλέντι ( ζωή + αφέντης , η ζωή του αφέντη = καλή ζωή ) /ΚΧ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ζήση (η) : η ζωή , ο βίος του ανθρώπου ( από το αρχ. ''ζω'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ζήτουλας (ο) : ο ζητιάνος ( από το ''ζητώ'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ζιζής (ο) : ο παλαβός &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ζμπαράρω : πυροβολώ ( από το ''σμπάρος'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ζμπρωξά (η) : το σπρώξιμο&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ζο (το) : το ζώο , συνήθως το κατσίκι ή το πρόβατο ( αρχ. ζώον )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ζόρι ζορινά : ως επίρρημα : με το ζόρι&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ζούλα (στη) : έκφραση που σημαίνει : στα κρυφά&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ζουρλομπαντιέρα (η) : μεταφορικά και σαν βρισιά : μουρλή , τρελή ( κυριολεκτικά : ζουρλή + μπαντιέρα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ζούσινο (το) : προερχόμενο από το ζώο , από την κατσίκα &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ζοχάδα (η) : η δυστροπία ( ελληνιστ εσοχάς )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ζυάζω : ζυγίζω κάποιο βάρος ( αρχ. ζυγίζω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ζωντόβολο (το) : το ζώο γενικότερα &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ζώνω : τυλίγω ( αρχ. ζώνυμι )&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4591830130189351437-3187774676064264571?l=koronoslexiko.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/feeds/3187774676064264571/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_6545.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/3187774676064264571'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/3187774676064264571'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_6545.html' title='Ζ'/><author><name>Γιώργος Α. Μανωλάς</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03445991912673506541</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='31' src='http://3.bp.blogspot.com/_BbG0G4uHmio/TGwemAFIz9I/AAAAAAAAI_8/vvRkTT7LkV8/S220/1977.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4591830130189351437.post-6264986061869097121</id><published>2009-05-25T08:33:00.001-07:00</published><updated>2011-06-05T14:56:03.736-07:00</updated><title type='text'>Η</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;ήπατα (τα) : το συκώτι ( αρχ ήπαρ )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ηρώο (το) : το μνημείο των πεσόντων / ηρώων στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες της Ελλάδας &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ης (η) : η γη ( αρχ. γη )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ητέβγω : γητεύω = αποτρέπω το κακό με μαγικά μέσα ( αρχ. γοητεύω = μαγεύω )&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4591830130189351437-6264986061869097121?l=koronoslexiko.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/feeds/6264986061869097121/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_9379.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/6264986061869097121'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/6264986061869097121'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_9379.html' title='Η'/><author><name>Γιώργος Α. Μανωλάς</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03445991912673506541</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='31' src='http://3.bp.blogspot.com/_BbG0G4uHmio/TGwemAFIz9I/AAAAAAAAI_8/vvRkTT7LkV8/S220/1977.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4591830130189351437.post-5004033036639696936</id><published>2009-05-25T08:32:00.012-07:00</published><updated>2011-06-05T14:56:36.042-07:00</updated><title type='text'>Θ</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;Θαμάζω : θαυμάζω ( αρχ. θαυμάζω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;θαμπάγρα (η) : η θαμπάδα ( από το ''θαμπός'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;θανατερός (ο) : ο θανάσιμος ( από το αρχ. θάνατος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;θαρρέβγομαι : θαρεύομαι = εμπιστεύομαι ( από το ''θαρρώ'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;θαρρεμός (ο) : το '' θάρρος ''&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;θαρροπλανιέμαι : ξεγελιέμαι ( θαρρώ / έχω εμπιστοσύνη + πλανιέμαι / εξαπατούμαι ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;θάρρος (το) : η εμπιστοσύνη ( αρχ. θάρρος = εμπιστοσύνη )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;θαρρώ : νομίζω ( αρχ. θαρρώ = έχω εμπιστοσύνη )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;θεάζω : μεταφορικά : εξοργίζομαι , βλαστημώ ( κυριολεκτικά : αρχ. εκθειάζω = λατρεύω το Θεό )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;θέλημα (το) : η παραγγελιά , η επιθυμία ( αρχ. θέλημα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;θεολικό (το) : η πίστη κάποιου στο Θεό &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;θεούσα (η) : γυναίκα που παριστάνει την πολύ πιστή στο λόγο του Θεού&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;θεοφκησμένος (ο) : αυτός που έχει την ευχή του Θεού ( Θεός + ευκή / ευχή )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;θεριακλής (ο) : ο μανιώδης καπνιστής ( τουρκ tiryak )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;θερίδα (η) : κυβική βαθούλωμα εκ κατασκευής ενός τοίχου που χρησιμοποιούνταν σαν ντουλάπι ( αρχ. θυρις = πορτά , άνοιγμα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;θέρμη (η) : η ελονοσία ( επειδή η συγκεκριμένη αρρώστια ανεβάζει υψηλό πυρετό ) ΚΧ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;θεσιάρω : θα σου κάνω κάτι κακό ( ίσως παράφραση του ''θερίζω'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;θηλακούρι (το) : η θήκη ( από το ''θηλυκώνω'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;θράψαλα (τα) : τα θρύψαλα = κομμάτια από κάτι που έσπασε ( αρχ θρύπτω = κομματιάζω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;θρέφω : εκτρέφω , ταϊζω , μεγαλώνω ( αρχ. θρέψω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;θρεψίνη (η) : το θρεπτικό εδεσμα , το γλυκό ( από το ''θρέφω'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;θρονί (το) : ο θρόνος ( αρχ. θρόνος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;θρονιάζω : κάθομαι κάπου και δεν σηκώνομαι ( κάθομαι στο θρόνο )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;θύμας : προστακτική του ''θυμάμαι'' ( = να θυμάσαι )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;θύμηση (η) : η ανάμνηση ( αρχ. ενθύμησις )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;θωρώ : βλέπω ( ίσως αρχ θεωρώ = κοιτάζω , παρατηρώ )&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4591830130189351437-5004033036639696936?l=koronoslexiko.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/feeds/5004033036639696936/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_298.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/5004033036639696936'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/5004033036639696936'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_298.html' title='Θ'/><author><name>Γιώργος Α. Μανωλάς</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03445991912673506541</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='31' src='http://3.bp.blogspot.com/_BbG0G4uHmio/TGwemAFIz9I/AAAAAAAAI_8/vvRkTT7LkV8/S220/1977.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4591830130189351437.post-7340516886737896459</id><published>2009-05-25T08:32:00.011-07:00</published><updated>2011-06-05T14:57:18.476-07:00</updated><title type='text'>Ι</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;ιβατζοχάρτια (τα) : οι συνήθειες , τα χαρακτηριστικά &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ιδικό (μου) : δικό μου ( ιδικό μας = δικό μας )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ίδρως (ο) : ο ιδρώτας ( αρχ. ιδρώς )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ιλάμι (το) : απόφαση για το τέλος / θάνατο ενός ζώου &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ιμπρέτι (το) : το ''γινάτι'' ( ίσως από το ιταλικό brio = μεγάλη ζωτικότητα ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ίντο : είναι&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ίσα : ναυτικό πρόσταγμα για το σήκωμα των πανιών σε ιστιοφόρο ( ενετ issa )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ισάζω : ισιώνω&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ισκιάδι (το) : το σκιερό μέρος &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ισοπατερό (το) : το ίσιο μονοπάτι ή οποιαδήποτε επίπεδη επιφάνεια ( ίσιος + πατάω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ιστορώ : λέω ιστορίες , εξιστορώ ( αρχ ιστορώ )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ισωματιάζω : ισοπεδώνω ( ίσος + μάτι , δηλαδή κάνω μια επιφάνεια να φαίνεται ίσια στο μάτι )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ιτσικό (το) : το κατσικίσιο κρέας &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ίχνος (το) : η μηδαμινή ποσότητα ( αρχ. ίχνος ) ( '' τό φαενε όο , ίχνος δεν ήφηκενε '' )&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4591830130189351437-7340516886737896459?l=koronoslexiko.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/feeds/7340516886737896459/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_7840.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/7340516886737896459'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/7340516886737896459'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_7840.html' title='Ι'/><author><name>Γιώργος Α. Μανωλάς</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03445991912673506541</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='31' src='http://3.bp.blogspot.com/_BbG0G4uHmio/TGwemAFIz9I/AAAAAAAAI_8/vvRkTT7LkV8/S220/1977.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4591830130189351437.post-3682667850050569269</id><published>2009-05-25T08:32:00.009-07:00</published><updated>2011-06-05T14:57:56.715-07:00</updated><title type='text'>Κ</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;καβαλικέβγω : καβαλικεύω = καβαλάω ένα ζώο ( ενετ caballic = ανεβαίνω στη ράχη του αλόγου )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;καβαλίνα (η) : περιττώματα του γαϊδάρου η του μουλαριού ( ενετ cavallina )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;καβανός (ο) : πήλινο δοχείο με χέρια και καπάκι ( τουρκ kavanoz = δοχείο ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;καγιαντώ : μπορώ να περιμένω ( έχω υπομονή , από το ''αγάντα'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;καζανάτορας (ο) : ο υπεύθυνος του καζανιού στο ρακιντζό &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;καζάντι (το) : κέρδος (τούρκ kazanmak = κερδίζω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;καθιζώνω : κάθομαι &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;καθοίκι (το) : το δοχείο για το κατούρημα ( από το αρχ κωθων = μεταλλικό κύπελο )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;καϊλι (το) : το μαύρο ή οτιδήποτε έχει χρώμα καμμένου ( από το ''καίω'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κακαρώνω : πεθαίνω ( αρχ καρόω = πέφτω σε λήθαργο )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κακοκαρντίζω : κακοκαρδίζω = προκαλώ στεναχώρια ή δυσαρέσκεια με κάποια ενέργεια μου ( κακό + καρδιά )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κακολάτης (ο) : ο επιπόλαιος ( ίσως κακός + λάχη / λαχείο / τύχη , δηλαδή ο κακότυχος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κακοχράει : κακό να πέσει ( κακό + χρειά / ανάγκη ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κακώς του κάκου : έκφραση που σημαίνει : κακήν κακώς&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;καλαφατίζω : κάνω έρωτα ( λατιν. calafato ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;καλαφατίζω (2) : φράζω με πίσσα τα κενά ενός βαρελιού ( αραβ. galfat )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;καλές κιουράδες (οι) : μεταφορικά : οι νεραιδες ( καλές + κυρίες )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κάλμα : η μπονάτσα ( ναυτικός όρος ) ( ιταλ calma = νηνεμία )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;καλύκια (τα) : τα παπούτσια ( αρχ. κάλυξ = περίβλημα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;καματερή : εργάσιμη ημέρα , καθημερινή ( από το ''κάματος'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κάματος (ο) : η κόπωση που δημιουργείται από την καθημερινή εργασία ( αρχ κάματος από το αρχ. κάμνω = δουλεύω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;καμιζόρα (η) : η πουκαμίσα ( ενετ camisola ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;καμπινές (ο) : η τουαλέτα , το αποχωρητήριο ( γαλ cabinet )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;καντούνι (το) : η εξωτερική γωνία του σπιτιού ( ενετ canton = σοκάκι )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;καούζα (η) : το κάψιμο ( από το ''καίω'' ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;καπάρο (το) : η προκαταβολή ( ιταλ caparra )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;καπάτσος (ο) : ο δραστήριος , ο ικανός , το παληκάρι ( ιταλ capac )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;καπίστρι (το) : το χαλινάρι του γαϊδάρου ( ενετ capistrum )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;καπλαντίζω : καλύπτω , επενδύω ( τουρκ kaplad ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;καραμπουζουκλής (ο) : ο λεβέντης ( τουρκ. kara = μαύρο + τουρκ. bozuk = μουσικό όργανο )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;καρατάρω : υπολογίζω ( ιταλ caratar ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;καρβουνήθρα (η) : το κάρβουνο ( λατιν. carbo )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κάργα : επίρρημα ποσοτικό : πολύ ( ενετ carga = γεμάτο )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;καρτερώ : περιμένω , υπομένω ( αρχ. καρτερώ )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κασίδης (ο) : μεγάλη μαύρη σαύρα ( ενετ cassis = γυαλιστερό κράνος - επικάλυψη )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;καταής : ως επίρρημα τοπικό : στο έδαφος ( κάτω + γη )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κατελύω : καθαρίζω το χωράφι από τις πέτρες&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κατσιάζω : ζαρώνω ( από το ενετικό cat = γάτα δηλαδή η ενέργεια της γάτας όταν φοβάται και κάθεται ήσυχη)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κατσίβελος (ο) : ο γύφτος ( βλάχικα cacivel ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κατσούλα (η) : η γατούλα ( λατιν. catta = γάτα ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;καύκαλο (το) : το κρανίο ( αρχ. καύκαλον = κύπελλο )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;καυκουλιά (η) : η καυχησιά ( από το ''καυχιόμαι'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;καύω : καίω ( αρχ. κάυσις = το κάψιμο )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;καψώνω : ζεσταίνομαι πολύ ( από το ''κάψα'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κειτάζω : είμαι ξαπλωμένος , κοιμάμαι ( αρχ. κείμαι ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κείτομαι : είμαι ξαπλωμένος , κοιμάμαι ( αρχ. κείμαι )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κενώνω : εκκενώνω , αδειάζω ( αρχ. κενώνω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κερεστές (ο) : η κατάλληλη πέτρα για την κατασκευή ενός ασβεστοκάμινου ( τουρ kereste = οικοδομικό υλικό ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κεφαλοποδιά (η) : το κεφάλι , τα εντόσθια και τα πόδια του σφαγμένου ζώου&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κιαπέκιο : επίρρημα χρονικό : έπειτα ( και από εκεί ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κινώ : αρχίζω να κινούμαι , ξεκινώ ( αρχ. κινώ )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κιτάπι (το) : το έγγραφο ( τουρκ kitap )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κλαβανή (η) : η πόρτα σε πάτωμα η στέγη για υπόγειο η πατάρι αντίστοιχα ( σλαβ klavanije )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κλειδωσά (η) : η κλείδωση = η άρθρωση των οστών ( ελληνιστ κλείδωσις ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κλήδονας (ο) : έθιμο κατάλοιπο της διονυσιακής λατρείας προσαρμοσμένο σε χριστιανική γιορτή αλλά με καθαρά προφητικά και μαντικά χαρακτηριστικά ( αρχ. κλήδον = μαντικό σημάδι )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κλοτσοβολλώ : ρίχνω κλοτσιές ( κλοτσιά + αρχ. βάλλω = ρίχνω , πετάω βλήματα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κλύφι (το) : η μαξιλαροθήκη ( αρχ κελύφιον )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κλώθω : κάνω κάτι επίμονα ( αρχ. κλώθω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κοιλίτσωνας (ο) : αυτός που έχει μεγάλη κοιλιά &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κολλητάρανος (ο) : όμορος σε ακίνητο , ο γείτονας ( ενετική ορολογία ) ( από το αρχ. κολλώ ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κομό (το) : ξύλινο έπιπλο με συρτάρια ( ιταλ como )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κομπανία (η) : μουσικό συγκρότημα , μουσική συντροφιά ( ιταλ compagnia )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κομπαράκι : επίρημα : λίγο υγρό ( κόμπος = η ελάχιστη ποσότητα ενός υγρού ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κομποδελιαζμένος (ο) : δεμένος με κόμπους &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κόνιζμα (το) : το εικόνισμα ( αρχ. εικών )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κοντοκλότσης (ο) : σαν βρισιά : αυτός που είναι πολύ κοντός ( κοντή + κλοτσιά ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κοντώ : τολμώ ( από το ''κοτάω'' = τολμώ ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κορμαλιά (η) : το κορμί , το σώμα του ανθρώπου ( αρχ. κορμός )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κορτεζάρω : κάνω κόρτε , φλερτάρω ( ιταλ corte = φλερτ ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κόρυζα (η) : λοιμώδης ασθένεια των πουλερικών που τους φέρνει δίψα ( αρχ. κόρυζα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κότσι (το) : αστράγαλος ( ελληνστ κόττος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κουβαλητής (ο) : χαρακτηρισμός του συζύγου που φέρνει / κουβαλάει τα προς το ζην στο σπίτι&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κουβεντολόι (το) : η ''κουβέντα'' , το κουτσομπολιό&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κουδουνώνω : βάζω κουδούνια στα ζώα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κουή Ντεντές : ο μπαμπούλας ( οι φιλωτίτες λένε στα παιδιά πως κατοικεί στη Σπηλιά του Ζα ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κουμάσι (το) : κοτέτσι ( αρχ κοιμάσιον των ορνίθων = οίκημα των ορνίθων )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κουμπές (ο) : ο τρούλος ( τουρκ kubbe ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κουμπουασίδι (το) : χορευτικη φιγουρα &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κουντιότο (το) : στοφή δρόμου &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κουντουβερνιά (η) : η συνιδιοκτησία ενός κτήματος ή να έχει άλλος το κτήμα και άλλος τα δέντρα που έχει μέσα το κτήμα ( ίσως ιταλ condutto vernari = έμμισθος υπάλληλος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κουρελού (η) : υφαντό χαλί , φτιαγμενο από κουρέλια&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κουσεάρω : κουτσομπολεύω , κάνω κουσκους ( τουρκ kuskus )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κράιτα (τα) : τα κρύα , το ψύχος ( αρχ. ως ουσιαστικό το κρύος = η παγωνιά )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κραώνω : κρυώνω ( αρχ. κρυώνω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κρεβαταριά (η) : ο αργαλειός&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κρεβατοστρώσα (τα) : τα κλινοσκεπάσματα ( κρεβάτι + στρώνω ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κρησάρα (η) : σύρμα σε δικτυωτή ύφανση που χρησίμευε στο κοσκίνισμα του αλευριού ( αρχ. κρησέρα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κρίμας : ως επίρρημα : κρίμα , ατυχία&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κριταριαζομαι : στερουμε , βασανιζομαι &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κυπραίος (ο) : αυτός που κατάγεται από τη Κύπρο ( '' κυπραίικο γαδούρι '' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κωοσαύρα (η) : κωλοσαύρα = μεταφορικά : η ανησυχία ( κώλος + σαύρα , δηλαδή έχει σαύρα στο κώλο )&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4591830130189351437-3682667850050569269?l=koronoslexiko.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/feeds/3682667850050569269/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_82.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/3682667850050569269'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/3682667850050569269'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_82.html' title='Κ'/><author><name>Γιώργος Α. Μανωλάς</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03445991912673506541</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='31' src='http://3.bp.blogspot.com/_BbG0G4uHmio/TGwemAFIz9I/AAAAAAAAI_8/vvRkTT7LkV8/S220/1977.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4591830130189351437.post-1609476473756974356</id><published>2009-05-25T08:32:00.007-07:00</published><updated>2011-06-05T14:58:28.164-07:00</updated><title type='text'>Λ</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;λαβομάνα (η) : έπιπλο με καθρέπτη , τύπο νιπτήρα και συρτάρια ( αλβ lavamani )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λαβώνω : πετυχαίνω το στόχο &amp;amp; τραυματίζω&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λαβωστής (ο) : ο εύστοχος , αυτός που ξέρει καλά να λαβώνει με το ''τόξο'' του &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λαγαρό (το) : η κοιλιά του μουλαριού ( αρχ. επίθετος λαγαρός = χαλαρός ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λάδι (το) : μεταφορικά : η ευκοιλιότητα ( κατάρα : '' ω που να σε πάει λάδι '' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λαήνα (η) : είδος πήλινου δοχείου ( ενετ laghna , αρχ λάγυνος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λακίζω : τρέπομαι σε φυγή ( ελληνιστ γλακώ = τρέχω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λακκίζω : ανοίγω λάκκο γύρω από την αμπελόριζα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λάμια (η) : σαν βρισιά : η στρίγγλα ( αρχ λάμια = ο μπαμπούλας της εποχής )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λαμπίκο : καθαρά ( από το λάμπω , αρχ άμβυξ = καθετί καθαρό )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λαντουρώ : καταβρεχω &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λάου λάου : σιγά σιγά&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λαρδί (το) : λίπος , κυρίως χοιρινό , που διατηρείται και καταναλώνεται παστό η καπνιστό ( ελληνιστ επίθετο λάρδος , λατιν. lardum )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λάσκα : ως επίρρημα : χαλαρά ( ενετ lasco )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λατάκι (το) : η σανίδα ( τουρκ lata ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λαφάζω : λαχανιάζω ( αρχ λαφύσσω = ρουφώ άπληστα και ασθμαίνω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λαχαίνω : τυχαίνω ( αρχ. λαγχανω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λεβάντες (ο) : ο ανατολικός άνεμος ( ιταλ levante )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λεημένο (το) : το ειπωμένο ( από το ''λέω'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λείβγω : έχω έλλειψη σε κάτι ( αρχ. λείπω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λέλεκας (ο) : ψηλός ( τουρκ leylek = πελαργός )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λέτσος (ο) : άνθρωπος κουρελής και βρώμικος ( ιταλ lezzo = βρώμα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λιανά : ως επίρρημα : κατανοητά , με περισσότερη λεπτομέρεια ( κυριολεκτικά : &lt;br /&gt;λεπτά ) ( '' για κάντα πιο λιανά γιάντα δε κατάλαβα Χριστό '' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λιβανό (το) : το γκρίζο ( το χρησιμοποιούσαν κυρίως για τα ζώα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λιγώνω : πεινάω , λιγουρεύομαι ( ελλην ολιγώ )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λίλερη (η) : η ιλαρά &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λιματίζω : τρυπάω ένα ζώο , με λίμα ή κάποιο αιχμηρό αντικείμενο , για να προχωρήσει &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λιξέβγουμαι : λιξεύομαι , λιγουρεύομαι&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λιοπύρι (το) : όταν ο ήλιος είναι ψιλά ή η πολύ ζέστη ( ήλιος + πυρ / φωτιά )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λιόρισε : ανέβηκε ο ήλιος ψηλά &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λιούρα (η) : η λιγούρα ( από το λιγώνω , αρχ. ολιγώ = στεναχοριέμαι )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λισιναρίζω : καταβρέχω &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λοάται (ήντα) : ως έκφραση : '' ήντα λοάται " = τι γίνεται ? ( τι λογάς = τι λες )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λογιέμαι : θεωρούμαι ( κάνουν λόγο για μένα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λογκός (ο) : ο μεγάλος φυσικός λάκκος με νερό &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λοής λοής : ως επίρρημα : διάφορα είδη ( λογιών - λογιών )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λόρδα (η) : η πείνα ( ενετ lorda )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λούκι (το) : η υδρορροή ( τουρκ oluk )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λουλάκι (το) : κυανή χρωστική ύλη που χρησιμοποιείται στο πλύσιμο των λευκών ρούχων ( αραβ lilak )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λουρί (το) : ο ιμάντας , η ζώνη ( λατιν lorum )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λούσα (τα) : οι πολυτέλειες ( ιταλ lusso )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λυσσακά (τα) : οι αφροί που βγάζει ένα λυσσαζμένο ζώο&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λυσωδία (η) : πολύ δυσάρεστη μυρωδιά ( παράφραση του αρχ. δυσωδία )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;λωλαίνομαι : τρελαίνομαι ( αρχ. λώλλυμαι = καταστρέφομαι )&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4591830130189351437-1609476473756974356?l=koronoslexiko.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/feeds/1609476473756974356/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_6121.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/1609476473756974356'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/1609476473756974356'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_6121.html' title='Λ'/><author><name>Γιώργος Α. Μανωλάς</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03445991912673506541</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='31' src='http://3.bp.blogspot.com/_BbG0G4uHmio/TGwemAFIz9I/AAAAAAAAI_8/vvRkTT7LkV8/S220/1977.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4591830130189351437.post-9130013348714232167</id><published>2009-05-25T08:32:00.005-07:00</published><updated>2011-06-05T14:59:07.343-07:00</updated><title type='text'>Μ</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;μαγαντζές (ο) : η αποθήκη μέσα στο σπίτι ( ενετ magazin = κατάστημα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μαγάρι : επιφώνημα : μακάρι &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μαγαρίζω : μολύνω ( εβρ megarah )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μαγκάλι (το) : είδος σόμπας ξεσκέπαστης με κάρβουνα ( τουρκ mangal )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μάγκανα (τα) : μεγάλες πλάκες για να στραγγίζουν τη στροφιλιά ( αρχ μάγκανον = &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μηχανισμός που με τη δύναμη του ανθρώπου συσφίγγει κάτι )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μαγκάνι (το) : χειροκίνητος η κινούμενος από ζώο , μηχανισμός για την άρδευση του νερού από κάποιο πηγάδι ( αρχ μάγκανον )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μάγκου : μεταφορικά ως επίρρημα : τουλαχιστον ( κυριολεκτικά : προστακτική του ''μαγκανίζω'' ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μαζοχορτιά (η) : το μάζεμα των φαγώσιμων αγριόχορτων&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μαζωμός (ο) : εκεί που συγκεντρώνουν τα ζώα για το άρμεγμα ( από το ''μαζώνω'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μαθές : μεταφορικά ως επεξηγηματικό , ερωτηματικό ή βεβαιωτικό μόριο ( κυριολεκτικά : προστακτική του μαθαίνω ) ( '' ο πάππος σου , ο παπάς μαθές '' , '' ήντα μαθές θα τονε κάμεις '' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μάινα : έκφραση , εντολή για χαλάρωμα ( ναυτικός όρος ) ( ενετ maina )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μαΐστρος (ο) : βορειοδυτικός άνεμος ( ενετ maistro )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μαϊτζάρω : τρεφω , φροντιζω &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μακαράς (ο) : ο τροχός της τροχαλίας αλλά και η κουβαρίστρα ( τουρk. makara )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μάκρος (το) : το μήκος ( αρχ. μάκρος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μάλαξες (οι) : τα ίχνη ποδιών ανθρώπου η ζώου , οι πατημασιές ( αρχ. μαλάσσω = πιέζω κάτι με τα χέρια και του δίνω μορφή ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μάλε βράσε : μεταφορικά : ο πανικός , ο τσακωμός ή η φασαρία ( ίσως από παράφραση του βάλε βράσε )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μαμακώνω : μελανιάζω σε κάποιο σημείο του σώματος μου από κάποιο χτύπημα ( ίσως από το ''μαλακώνω'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μαμή (η) : γυναίκα που ασχολείται επαγγελματικά με το να βοηθά γυναίκες να γεννούν ( αρχ. μάμμη = μητέρα ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μάνι – μάνι : γρήγορα ( ιταλ di mano in mano = από χέρι σε χέρι &amp;amp; mena le mani = κούνα τα χέρια γρήγορα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μαντάρω : επιδιορθώνω τα φθαρμένα σημεία ενός υφάσματος , μπαλώνω ( ιταλ mendar =διορθώνω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μαντάτο (το) : η είδηση ( ενετ mandat )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μαντζάρω : '' ρομαντζάρω ''&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μαντιλοδένω : μεταφορικά : χτυπάω κάποιον τραυματίζω ( κυριολεκτικά : δένω κάποιον τραυματία με μαντίλι )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μαξούλι (το) : η ομάδα , πολλά μαζί ( λατιν maximum = μέγιστο ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μαούνα (η) : πλοίο χωρίς καρίνα για τη μεταφορά της σμυρίδας από το λιμάνι στο πλοίο ( τουρκ mavuna )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μαράζι (το) : ο καημός ( τουρκ maraz = αρρώστια )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μαραφέτι (το) : το εργαλείο ( τουρκ marifet )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μαρχαμάς (ο) : μάλλινη υφαντή ολόσωμη φόρμα για το μωρό &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μασά (η) : εργαλείο που χρησιμοποιείται στο τζάκι ή στο καμίνι του σιδερά ( τουρκ masa = τσιμπίδα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μάσκουλο (1)(το) : ο ''μεντεσές'' { από το αρχ. μασχάλη ( = η σύνδεση του βραχίονα με τον υπόλοιπο ανθρώπινο σκελετό ) λόγω της ομοιότητας στη κίνηση }&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μάσκουλο (2)(το) : αντικείμενο , σαν ποτήρι , κατασκευασμένο από χυτό χοντρό μέταλλο το οποίο γέμιζαν με μπαρούτι και το έσκαγαν μέσα από το έδαφος &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μαστραπάς (ο) : μπακιρένια κανάτα νερού ( τουρκ masrapa )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ματσαρίζω : χτυπώ το χέρι μου , το μαγκώνω &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μαχραμάς (ο) : μικρή κουβέρτα ( μικρό + χράμι / κουβέρτα ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μεγαλύνω : μεγαλώνω&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μέγκλα : χαρακτηρισμός για οτιδήποτε ( άνθρωπο ή αντικείμενο ) πολύ καλής ποιότητας&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μέλες (οι) : είδος κρυοπαγήματος , το οποίο εμφανίζει στο επάνω μέρος των δακτύλων πρήξιμο και ανυπόφορο πόνο &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μελίγγια (τα) : τα μηνίγγια , οι κρόταφοι ( αρχ μήνιγξ )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μελίνταγκας (ο) : το μυρμήγκι ( πληθυντικός μελιντάκοι ) ( ίσως από το ''μέλι'' , δηλαδή τα τραβάει και πάνε στο μέλι ή σε οτιδήποτε γλυκό )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μενιάζω : λερώνω , πασαλείβω ( ίσως από το αρχ. μίασμα = μόλυνση )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μενούτο (το) : το λεπτό της ώρας ( ιταλ minuto )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μερδί (το) : το μερί , ο μηρός ( ελληνστ μήριον )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μερδικό (το) : το μερίδιο ( συνήθως χρησιμοποιούνταν για το μερίδιο σε κάποιο ορυχείο ) ( ελληνιστ μερίδιον = μικρό μέρος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μερμήγκιά (η) : μικρό σαρκώδες εξόγκωμα στο δέρμα των χεριών ή των ποδιών του ανθρώπου ( λεγόταν έτσι λόγω σχήματος που έμοιαζε με την μυρμηγκοφωλιά ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μεσακός (ο) : ο γεμάτος μέχρι τη μέση&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μηνώ : στέλνω μήνυμα , ειδοποιώ ( αρχ. μηνύω = αποκαλύπτω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μιλησός του μιλησού : μεταφορικά : " δεν έχει μιλησό του μιλησού '' = δεν ακούει τίποτα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μοιράσι (το) : η μοιρασά&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μόμολο (το) : ο γέρος ή το μικρό παιδί , σαν βρισιά όμως ( ιταλ mommolo )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μόστρα (η) : η βιτρίνα (λατιν mostra )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μούλικο (το) : νόθο παιδί ( ενετ mulus = νόθος - ημίονος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μπαϊρντισα : εξανλήθηκα , βασανίστικα , κουράστικα ( τουρκ. bayild )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μπαλαούρο (το) : η φυλακή ( ιταλ. ballauro )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μπαμπέσης (ο) : ο ύπουλος ( αλβαν pabes )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μπαξίσι (το) : το φιλοδώρημα ( τουρκ bahsis )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μπασκανία (η) : η βασκανία , το ''μάτι'' ( αρχ. βασκανία )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μπασκίνας (ο) : ο χωροφύλακας ( τουρκ baskin ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μπάστακας (ο) : αυτός που μένει , ενοχλητικά , ασάλευτος&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μπαστούρα (η) : σχοινί που δένουν το μπροστά με το πίσω πόδι ενός ζώου για να μη &lt;br /&gt;μπορεί να περπατήσει ( από το βαστώ ^ βαστούρα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μπατζανέμι (το) : η '' απανεμιά '' &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μπελτές (ο) : ο τοματοπολτός ( τουρ pelte )&lt;br /&gt;μπερντές (ο) : η κουρτίνα ( τουρκ. perde ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μπιτ : αόριστη αντωνυμία : τίποτα ( τουρκ bit )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μπλεάρω : πεθαίνω από τη πείνα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μπλέχτρι (το) : η τρικλοποδιά ( από το αρχ. μπλέκω = μπερδεύομαι σε κάτι )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μπουγάζι (το) : το ρεύμα αέρα ( τουρκ bogaz )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μπουξαδόρος (ο) : αυτός που παίζει μποξ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μπριάδι (το) : βαθιά και απότομη ρεματιά &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μπώθω : σπρώχνω ( από το αρχ. απωθώ )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μυγιάζομαι : είμαι πολύ ευεραισθητος ( από την αντίδραση της μύγας όταν νιώσει κίνηση )&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4591830130189351437-9130013348714232167?l=koronoslexiko.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/feeds/9130013348714232167/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_1785.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/9130013348714232167'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/9130013348714232167'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_1785.html' title='Μ'/><author><name>Γιώργος Α. Μανωλάς</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03445991912673506541</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='31' src='http://3.bp.blogspot.com/_BbG0G4uHmio/TGwemAFIz9I/AAAAAAAAI_8/vvRkTT7LkV8/S220/1977.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4591830130189351437.post-2971544758498995237</id><published>2009-05-25T08:32:00.003-07:00</published><updated>2011-06-05T14:59:38.691-07:00</updated><title type='text'>Ν</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;ναίσκε : καταφατικό μόριο : ναι&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;νάμι (το) : η ανάμνηση , η υστεροφημία ( από το ανάμνηση )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ναός (ο) : αυλάκι για το νερό στα περιβόλια ( αρχ νάμα = τρεχούμενο νερό , νάω = τρέχω - πλέω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;νάσου : έκφραση που σημαίνει : εμφανίστηκε κάποιος ή κάτι ( το μόριο να + εσύ )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;νατα μας : έκφραση που σημαίνει : εάν είναι δυνατόν&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;νέμα (το) : το νόημα , το γνέψιμο ( αρχ νεύω = κλίνω το κεφάλι προς τα εμπρός )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;νερουμπλίτης (ο) : αυτός που πίνει πολύ νερό ( ίσως νερό + πνίγω , δηλαδή πνίγεται από το πολύ νερό )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;νετάρω : εξαντλούμαι ( ενετ netar )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;νευροκαβαλίκεμα (το) : η ψύξη , το στραβολαίμιασμα ( νεύρο + ''καβαλικεύω'' / καβαλάω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;νευρόσπασμα (το) : ο νευρικός άνθρωπος , αυτός που σου σπάει τα νεύρα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;νέφαμα (το) : η επανεμφάνιση ( ανε + φαίνομαι )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;νημα (η) : λεπτό σύρμα η μεταλλικό αντικείμενο με το οποίο τρυπούσαν τα ζώα για να περπατήσουν &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;νίδρως (ο) : ο ιδρώτας ( αρχ. ιδρώς )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;νιονιό (το) : το μυαλό ( ιταλ gnogno = ο άμυαλος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;νιοτόπι (το) : το νέο χωράφι που δημιουργείται σε κάποια πλαγιά ( νιο / νέο + τόπος ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;νιτερέσο (το) : το συμφέρον ( ιταλ. Interesso ) /Ψ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;νοσσού (η) : ο χώρος όπου κλωσσούν οι κότες ( αρχ. νεοσσος = κοτοπουλάκι ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;νοτίζω : υγραίνομαι (αρχ νοτίζω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;νοώ : καταλαβαίνω , κατανοώ (αρχ νοώ ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;νταβράντησα : είμαι γεμάτος ζωντάνια ( τουρκ davranmak = στέκω στα πόδια μου )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ντάλα : το κορύφωμα ( τουρκ dal = ακριβώς)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;νταμιτζάνα (η) : γυάλινο δοχείο περιτυλιγμένο από ψάθα ( ενετ demegiana )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;νταμονάς (ο) : η αρρώστια συμφόρεση ή η συγκοπή ( ίσως λατίν. daemon , αρχ. δαίμων = το πνεύμα του κακού ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;νταμπλάς (ο) : η συγκοπή , η αποπληξία ( τουρκ. damla )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;νταντανίζομαι : τρέμω ( αρχ τανταλίζω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ντερλικώνω : τρώω πολύ ( τουρκ dirlik )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ντετζερέδια (τα) : τα κατσαρολικά (τουρκ. tencer = κατσαρόλα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ντουγρού : εμπρός γρήγορα και σωστά ( τουρκ dogru = σωστά )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ντουζένι (το) : η αρμονία ( τουρκ duzen )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ντουλουμάδες (οι) : οι ντολμάδες ( τουρκ dolma )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ντουνιάς (ο) : ο κόσμος ( τουρκ dunya )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ντουράς (ο) : υφασμάτινο σακίδιο για την πλάτη ( &amp;amp; ντουράδι ή ντουραδάκι ) ( τουρκ torbas )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ντράβαλα (τα) : οι μπελάδες ( ιταλ travaglia = βασανιστική δουλειά )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ντριμπιδώ : χτυπιέμαι &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;νυχτωδίες (οι) : οι καντάδες ( νύχτα + ωδή )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;νώμος (ο) : ο ώμος&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4591830130189351437-2971544758498995237?l=koronoslexiko.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/feeds/2971544758498995237/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_443.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/2971544758498995237'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/2971544758498995237'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_443.html' title='Ν'/><author><name>Γιώργος Α. Μανωλάς</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03445991912673506541</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='31' src='http://3.bp.blogspot.com/_BbG0G4uHmio/TGwemAFIz9I/AAAAAAAAI_8/vvRkTT7LkV8/S220/1977.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4591830130189351437.post-8823154705633016918</id><published>2009-05-25T08:32:00.001-07:00</published><updated>2011-06-05T15:00:17.287-07:00</updated><title type='text'>Ξ</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;ξαθομπάμπουρας (ο) : μεταφορικά : αυτός που έχει πολύ ξανθιά μαλλιά ( ξανθός + μπάμπουρας / έντομο )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξαλλάζω : αλλάζω&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξαμώνω : πλησιάζω ( λατ exam = ζυγίζω , εξετάζω προσεκτικά )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξαναμωράθηκε : έχασε το μυαλό του ( παλιμπαιδισμός ) ( ξανά + ''μωραίνομαι'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξανανοίωμα (το) : η επανεμφάνιση ( ξανά ανοίγω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξανοίω : κοιτάζω ( ίσως από το ξε + ανοίγω με την έννοια του ''ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξαντό (το) : το κουρέλι ( από το ''ξάνω'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξαορεύω : εξομολογούμαι ( ξε + αγορεύω / μιλάω στην αγορά ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξαποσταμός (ο) : η ξεκούραση ( από το ξαποσταίνω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξάσου : έκφραση που σημαίνει : κάνε κάτι με την κρίση σου&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξεβαβουλίζω : τρώω το κρέας μέχρι το μεδούλι / βαβούλι ( ξε + ''βαβούλι'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξεθεώνω : κουράζω , εξαντλώ ( ξε + θεός , δηλαδή κουράζω κάποιον τόσο που φεύγει από μέσα του και ο Θεός )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξεκουμπίδια (στα) : έκφραση που σημαίνει : μακριά , στα τσακίδια ( ίσως ξε + σκουπίδια )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξεκουτιαίνω : χάνω τα λογικά μου ξαναμωραίνομαι , γίνομαι κουτός &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξεκρεμανταλάς (ο) : ο απεριποίητος στο ντύσιμο , αυτός που του κρέμονται τα ρούχα ( &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξε + κρεμάω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξεμαδερώνω : κατστρέφω ή αποσυναρμολογώ ( κυριολεκτικά = ξε + ''μαδέρι'' = βγάζω τα μαδέρια / τα ξύλα μιας κατασκευής )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξεμασκαλίζομαι : βγάζω το χέρι μου ( ξε + ''μασκάλη'' / μασχάλη )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξεμερδίζομαι : βγάζω τα πόδια μου ( ξε + ''μερί'' / μηρός )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξεμπροστιάζω : αποκαλύπτω τα μυστικά κάποιου ( ξε + εμπρός )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξενικοί (οι) : αυτοί που κατάγονται από το χωριό αλλά μένουν αλλού και έρχονται για διακοπές&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξενομπασάρης (ο) : ο φιλοξενούμενος ( ξένος + ''αμπασά'' = ξένος στην είσοδο )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξεπαπαλίζω : σκοτώνω , τελειώνω κάτι ( ξε + παπαλίζω / παύω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξεπορτίζω : βγαίνω έξω ( ξε + πόρτα , δηλαδή βγαίνω έξω από την πόρτα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξεσηνερίζομαι : δίνω υπερβολική σημασία σε κάτι όχι τόσο σημαντικό ή ενοχλούμαι από κάτι όχι τόσο σημαντικό ( ελλην σηνερίζομαι )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξεσφοντιλιάζω : ''ξεκοκαλίζω'' ( ίσως ξε + σφόνδυλος / σπόνδυλος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξετελέματα (στα) : στα τελευταία ( ξε + τέλος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξετωνώ : ξεκινάω&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξεύρω : ξέρω&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξι (το) : το οξί , η προεξοχή ( από το αρχ. οξύς = μυτερός , αιχμηρός )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξόανο (το) : σαν βρισιά : για κάποιον άσχημο ( αρχ ξόανον = ξύλινο ομοίωμα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξύση (η) : ο ερεθισμός , το ξύσιμο &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξωθιά (η) : η νεράιδα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ξώμαχος (ο) : ο βιοπαλαιστής ( κυριολεκτικά : αυτός που μάχεται έξω )&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4591830130189351437-8823154705633016918?l=koronoslexiko.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/feeds/8823154705633016918/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_6246.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/8823154705633016918'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/8823154705633016918'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_6246.html' title='Ξ'/><author><name>Γιώργος Α. Μανωλάς</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03445991912673506541</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='31' src='http://3.bp.blogspot.com/_BbG0G4uHmio/TGwemAFIz9I/AAAAAAAAI_8/vvRkTT7LkV8/S220/1977.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4591830130189351437.post-6178134387092663534</id><published>2009-05-25T08:30:00.001-07:00</published><updated>2011-06-05T15:00:43.184-07:00</updated><title type='text'>Ο</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;οβολός (ο): το μικρό χρηματικό ποσό ( στην Αρχαία Ελλάδα οβολός = υποδιαίρεση της αττικής δραχμής )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;οβραίος (ο): ο εβραίος&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;όθε : επίρρημα : εκεί όπου , απ' όπου ( αρχ. όθεν )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ολίσθια (στα) : μεταφορικά : λίγο πριν το θάνατο ( από το ''ολισθαίνω'' = κατρακυλώ , γλιστρώ ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ομοιάδι (το) : το όμοιο&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;όμπιο (το) : το πύο ( αρχ πύον )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;όνειδος (το) : ότι ντροπιάζει τον άνθρωπο δημόσια και σε μεγάλο βαθμό ( αρχ. όνειδος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ονειρευάμενος (ο) : αυτός που φωτίζετε , που βλέπει όνειρα θρησκευτικού και προφητικού περιεχομένου&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;όντας : χρονικός ή υποθετικός σύνδεσμος : όταν (αρχ όταν )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;όξω : επίρρημα : έξω ( αρχ έξω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;οργιά (η) : μονάδα μετρήσεως μήκους 1 οργιά = 1,85 μέτρα ( περιπού όσο το άνοιγμα και των δύο χεριών )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ορέγομαι : λιγουρεύομαι , έχω όρεξη για κάτι&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;οριά (η) : η ουρά ( αρχ ουρά )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ορμηνέβγω : ορμηνεύω = ερμηνεύω ( αρχ ερμηνεύω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ορμήνια (η) : η ερμηνεία , η συμβουλή ( από το ''ορμηνευω'' ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;όρνιθα (η) : η κότα ( αρχ όρνις ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ορπίδα (η) : η ελπίδα ( από παράφραση ελπίδα / ερπίδα / ορπίδα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;όρσε : πάρε ( αρχ ορίζω - ορίστε )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;όρτου όρτου : κατά σύμπτωση &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ότσι (το) : το γουρούνι &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ούγια (η) : μονάδα μέτρησης βάρους ( = 28,34 γραμμάρια ) ( αρχ ούγια )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ουίζομαι : φωνάζω , βγάζω κραυγές όπως ο λύκος&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ούρνα (η) : η γούρνα = μαρμάρινη ή γρανιτένια  λεκάνη ( εληνιστ γούρνα = βαθούλωμα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;όφος (ο) : ο γοφός ( αρχ γομφός )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;όχεντρα (η) : φαρμακερό μικρό φίδι , η οχιά&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;όχεσκες : αποφατικό μόριο : όχι&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;οχτρέβγομαι : εναντιώνομαι&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4591830130189351437-6178134387092663534?l=koronoslexiko.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/feeds/6178134387092663534/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_8898.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/6178134387092663534'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/6178134387092663534'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_8898.html' title='Ο'/><author><name>Γιώργος Α. Μανωλάς</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03445991912673506541</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='31' src='http://3.bp.blogspot.com/_BbG0G4uHmio/TGwemAFIz9I/AAAAAAAAI_8/vvRkTT7LkV8/S220/1977.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4591830130189351437.post-4791920744172581612</id><published>2009-05-25T08:29:00.011-07:00</published><updated>2011-06-05T15:01:20.709-07:00</updated><title type='text'>Π</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;πααινόρχομαι : πηγαίνω και έρχομαι συνεχώς ( πααίνω / πηγαίνω + έρχομαι )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;παγγάδι (το) : μικρό χειροποίητο σκαμνί ( από το ιταλ banco = πάγκος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;παιδεμός (ο) : το βάσανο ( από το παιδεύω  )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;παιζωγλαντίζω : παίζω ( παίζω + γλεντώ ) ( αρχ παίζω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πακιαρό (το) : μικρόσωμο και πονηρό παιδί &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;παλάμισμα (το) : όρκος που έδιναν ακουμπώντας την παλάμη του χεριού τους στην εικόνα της Αγίας Μαρίνας ή της Αργοκοιλιώτισσας &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;παλιοντζάτζαλο (το) : παλιόπαιδο ( παλιό / κακό + τζάτζαλο / κουρέλι )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πανζουρλισμός (ο) : κατάσταση σύγχυσης αναταραχής και φασαρίας που δημιουργούσε το πολύ πλήθος ( παν + ζούρλα / τρέλα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πανίζω : βρέχω ή βρέχομαι&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πάντα (η) : ύφασμα με παράσταση που κρεμούσαν στο τοίχο πάνω από το κρεβάτι ( από το ''μπάντα'' = πλευρά )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;παντζανής (ο) : ο μπατζανάκης ( τουρκ bacanak )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πάπαλα : ποσοτικό επίρρημα : τέλος , δεν έχει άλλο (κυπριακό)( από το ''παύω'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;παραβγάζω : συνοδεύω κάποιον για να φύγει&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;παραμάσκαλα : κάτω από τη μασχάλη&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;παραπόντης (ο) : αυτός που αθετεί το λόγο του ( από παράφραση του παρασπονδία )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;παρασκολιανά (τα) : τα ρούχα που φορούσαν τα απογεύματα μετά τη δουλιά αλλά δεν ήταν ''σκολιανά''&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;παραστημός (ο) : το έξω μέρος του χωραφιού  ( παρά + στήνομαι  / περιμένω) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;παρλάρω : μιλάω ( ιταλ parlar = ομιλία )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πάσα : αόριστη αντωνυμία : κάθε ( αρχ. πας )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πασαπόρτε (το) : το διαβατήριο ( γαλ passeport )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πασεάρω : κάνω βόλτες , δεν βιάζομαι ( από το ''πάσο'' = χωρίς βιασύνη )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πατείς με πατώ : μεταφορική έκφραση : ο μεγάλος συνωστισμός ( κυριολεκτικά : με πατάς και σε πατώ )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πατελίδες (οι) : μικρά οστρακοειδή που κολλάνε στα βράχια δίπλα στο κύμα ( οι πεταλίδες )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πατικώνω : πιέζω ( από το ''πατάω'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πατινάδα (η) : τα κοτσάκια , αυθόρμητοι στίχοι για κάποιο γεγονός , συνήθως την επόμενη μέρα του γάμου στο σπίτι των νεόνυμφων ( ενετ madinada )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πατιρντί (το) : η φασαρία ( τουρκ patirdi )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πατούχα (η) : η πατούσα , το πέλμα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πεθυμώ : επιθυμώ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πέμπω : στέλνω  ( έπεψα ) ( αρχ πέμπω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;περαωθιάζω : σπρώχνω ( πέρα + ωθώ ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;περδιάρι (το) : το περιβόλι &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;περδικλώνω : μπλέκω τα πόδια , σκοντάφτω , μπερδικλώνω&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πεσκέσι (το) : το δώρο ( τουρκ peskes )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πετεινά (τα) : τα πουλιά , τα πετούμενα  , τα πτηνά &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πετρογκάζι (το) : συσκευή που λειτουργεί με γκάζι ( υγραέριο ) και πάνω σε αυτήν γίνεται το μαγείρεμα ( από την εταιρεία υγραερίου petrogaz )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πι και φι (στο) : έκφραση που σημαίνει ''στα γρήγορα'' ( συντομογραφία του '' πίτσι φιτίλι '' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πιδόκοπα (τα) : κομμένα σε κομμάτια αχλάδια και ξεραμένα στον ήλιο  ( τα '' αμπιδόκοπα '' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πικρϊά (η) : η πικρή&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πιλατέβγω : πιλατεύω = βασανίζω , ενοχλώ ή πειράζω κάποιον&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πίμυτα : πέσιμο στ' ανάσκελα ( πίσω + μύτη ) ( χρησιμοποιείται όμως σαν '' μπρούμιτα '' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πιότερο : περισσότερο ( αρχ. πλειότερον )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πιοτί (το) : το ποτό&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πισσούδι (το) : το σκοτεινό ( από το ''πίσσα'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πιτσι φιτίλι (στο) : έκφραση που σημαίνει : στα γρήγορα ( πίτσι = ο ήχος του καμένου μπαρουτιού + φιτίλι )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πλανεύω : παραπλανώ , εξαπατώ ( αρχ. πλάνη = εξαπάτηση )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πλάση (η) : το σύμπαν , ότι έπλασε ο Θεός&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πλευριτώνομαι : κρυολογώ , με πιάνουν τα πλευρά μου από το κρύωμα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πλιό : επίρρημα : πλέον &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πλουμί (το) : το στολίδι ( λατιν. pluma )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ποδάγρα (η) : αρρώστια που πιάνονται τα κάτω άκρα ( αρχ ποδάγρα = παγίδα για τα πόδια )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πόκαμα : τέλειωσα ( πόκαμα / αποκάμα / απόκανα / από + έκανα / τελείωσα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πολεμώ : μεταφορικά : δουλεύω , προσπαθώ , αγωνίζομαι&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πολίμι (το) : εκεί που μαζεύεται ο μούστος στο πατητήρι / λινού ( ίσως από το ''πλημμύρα'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πολλά βαρής (ο) : ο μάγκας , αυτός που προχοράει σαν να κουβαλάει πολύ μεγάλο βάρος&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πολυλοήτικο (το) : πολλών ειδών &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ποναλάκι (ένα) : ο ελαφρύς πόνος&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πόστα (η) : το μέρος μέσα στο ορυχείο που έβγαζαν (έπιαναν για να βγάλουν) το σμυρίγλι  ( λατιν posto = επίκαιρη θέση )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ποτές των ποτών : έκφραση ως χρονικό επίρρημα , η οποία δίνει μεγάλη έμφαση στο ''ποτέ''&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;που και λίου : έκφραση : που και που ( που και λίγο ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πούντα (η) : κρυολόγημα  ( ιταλ punta )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πουντί (το) : βεράντα με πεζούλια γύρω γύρω ( λατιν. pontis ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πούσι (το) : ομίχλη ( τουρκ pus )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πράιτα (τα) : τα πράγματα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πράμα (το) : το κτήμα ή το ζώο που μου ανήκει&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πράματις : επίρρημα : πραγματικά ( αρχ. πράγματι )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πριχού : χρονικό επίρρημα : πριν &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;προκοπή (η) : η καταξίωση&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;προπαντός : επίρρημα : πριν από όλα ( αρχ. προ παντός )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;προπέτης (ο) : αυτός που βιάζεται να πει ή να κάνει κάτι &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;προστάβραδο (το) : το σούρουπο , λίγο πριν νυχτώσει ( μπροστά + βράδυ ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πυόματα (τα) : οι φλεγμονόδες πληγές ( από το ''πύο'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πυρώνω : θερμαίνω κάποιο αντικείμενο , πυρακτώνω&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;πυτιά (η) : μαγιά ( τα υγρά από στομάχια των κατσικιών , τα οποία χρησιμοποιούσαν για το πήξιμο του γάλακτος σε τυρί ) ( αρχ. πυτία )&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4591830130189351437-4791920744172581612?l=koronoslexiko.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/feeds/4791920744172581612/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_5375.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/4791920744172581612'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/4791920744172581612'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_5375.html' title='Π'/><author><name>Γιώργος Α. Μανωλάς</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03445991912673506541</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='31' src='http://3.bp.blogspot.com/_BbG0G4uHmio/TGwemAFIz9I/AAAAAAAAI_8/vvRkTT7LkV8/S220/1977.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4591830130189351437.post-3659967715093045266</id><published>2009-05-25T08:29:00.009-07:00</published><updated>2011-06-05T15:01:51.430-07:00</updated><title type='text'>Ρ</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;ραβδίζω : χτυπώ τις ελιές να πέσουν στο έδαφος ( αρχ ραπίζω = χτυπώ )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ραβδιστήρα (η) : μακρύ ξύλο για το ράβδισμα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ραβδοξυλίζω : δέρνω κάποιον με το ραβδί&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ραίνομαι : γυρίζω άσκοπα( αρχ ραίνω = σκορπίζω το νερό )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ρακή (η) : προϊόν μίας απόσταξης της στροφυλιάς ( τουρκ raki )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ρακιτζό (το) : ο τόπος και το σύνολο των αντικειμένων για την απόσταξη της στροφιλιάς και την παρασκευή της ρακής&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ρανίζω : κλαψουρίζω &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ραχάτι (το) : το χουζούρεμα ή η ανεμελιά ( τουρ rahat )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ρδίνια (τα) : το χώρισμα του αμπελιού σε κομμάτια , λωρίδες &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ρεβερνώ : κάνω κυκλική κίνηση , γυρίζω τα ζώα ( γαλ revers = η στροφή , ο κύκλος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ρεγγοτηγανίτες (οι) : τηγανίτες με κομμένα κομμάτια ρέγγας μέσα &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ρεμβάζω : κοιτάζω κάπου με απλανές βλέμμα και ονειρεύομαι ( ελληνιστ ρεμβάζω = γυρίζω γύρω γύρω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ρεμέντιο : κάτι τι &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ρέμπω : δεν περπατάω καλά , ζαλίζομαι ( από το αρχαίο ''ροπή'' = κλίση προς μια κατεύθυνση , απόκλιση )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ρεντίκουλο (το) : το ρεζίλι  ( ιταλ ridicolo )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ρεταγιά : το μικρό χωράφι χωρίς αξία ( από το ρετάλι )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ρεύω : εξαντλούμαι , αδυνατίζω ( αρχ. ρέω = χύνομαι , λιώνω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ρεφενές (ο) : το ποσό που αναλογεί σε κάθε μέλος μιας ομάδας για τα έξοδα ενός γεύματος ( τουρΚ. refene ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ρημάδι (το) : το ερείπιο ( αρχ ερημάς = έρημος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ρημαδιό (το) : το ερείπιο , τα σπασμένα , η ακαταστασία λόγω της εγκατάλειψης&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ρημοσκότινος (ο) : σαν βρισιά : ο έρημος και σκότεινος , ο άμοιρος&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ρθούνι (το) : το ρουθούνι ( αρχ ρωθώνιον )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ριβάρω : ξαναγιρίζω ( ίσως από το ιταλ. rifar = ρεφάρω = ξανακερδίζω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ριζάφτι (το) : η ρίζα του αφτιού&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ριζικάρι (το) : ματσάκι με φρούτα και ένα χαρτάκι με το όνομα ενός άντρα ( από το έθιμο του κλήδονα , λεγόταν έτσι γιατί ίσως προέβλεπαν το ριζικό τους οι κοπέλες που το έφτιαχναν&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ριζικό (το) : το πεπρωμένο ( όπως το δέντρο έχει ρίζες και δεν τις αλλάζει )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ρίζωμα (το) : απότομη ανηφόρα στο ξεκίνημα ενός βουνού&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ρίχνω πέρα : έκφραση που σημαίνει '' περνάω απέναντι ''&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ροβολίζω : γυρίζω ( από αποκοπή της πρώτης συλλαβής του ''υροβολίζω'' = κάνω γύρους )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ρογιά (η) : ο ιστός της αράχνης &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ρόγος (το) : η κατάλληλη ώρα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ροδάνι (το) : το εργαλείο που καλαμίζει το νήμα στην ανέμη ( ελληνιστ ροδάνη )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ροδίζει : ξημερώνει ( επειδή ο ουρανός παίρνει κοκκινωπό χρώμα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ροϊ (το) : επιτραπέζιο δοχείο για το λάδι ( ελληνιστ ρογίον )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ρόιδο : μεταφορικά : η αποτυχία ( τα 'κανες ρόϊδο = τα θαλάσσωσες ) ( αρχ. το ρόϊδι = το ρόδι )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ροματζάρω : όπως ''γαμπρίζω'' , ψάχνω για ταίρι (από το  ιταλ romanzo = ερωτική ιστορία )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ροός (ο) : το πετρόχτιστο κρεβάτι&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ρούγα (η) : ο δρόμος ή η πλατεία ( ιταλ ruga )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ρούδι (το) : το ρόδι , ο καρπός της ροδιάς ( αρχ. ρόιδι )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ρουκανίζω : μεταφορικά :  τρώω κάτι με βουλιμία &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ρουμάνι (το) : περιοχή με πολλά δέντρα , συνήθως αυτοφυές ( τουρκ orman = πυκνό δάσος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ρούπι (το) : μονάδα μέτρησης απόστασης 1 ρούπι = 1/8 του πήχη ( τουρκ urup )(μη κάνεις ρούπι)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ρουσάς (ο) : κοκκινωπός ( λατιν russeus )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ρύακας (ο) : ο χείμαρρος ή ο σκουπιδότοπος ( αρχ ρύαξ = χείμαρρος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ρυακοσέρνει : έκφραση όταν βρέχει πάρα πολύ και το νερό παρασέρνει τα πάντα στο πέρασμα του ( σέρνει τον ρυάκα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ρωμεκάτο (το) : οι Λατίνοι , οι Ρωμαίοι ( έτσι τους έλεγε η κουφίτενα)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ρώτημα (το) : η ερώτηση ( αρχ ερώτησις )&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4591830130189351437-3659967715093045266?l=koronoslexiko.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/feeds/3659967715093045266/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_6859.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/3659967715093045266'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/3659967715093045266'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_6859.html' title='Ρ'/><author><name>Γιώργος Α. Μανωλάς</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03445991912673506541</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='31' src='http://3.bp.blogspot.com/_BbG0G4uHmio/TGwemAFIz9I/AAAAAAAAI_8/vvRkTT7LkV8/S220/1977.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4591830130189351437.post-2552469697512709999</id><published>2009-05-25T08:29:00.007-07:00</published><updated>2011-06-05T15:02:35.250-07:00</updated><title type='text'>Σ</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;σαβουρντίζω : ρίχνω ,  διασκορπίζω ( τουρκ savrulmak )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σάζω : ισιώνω&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σακατέβγω : σκοτώνω , τραυματίζω πολύ κάποιον  ( τουρκ sakat = παράλυτος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σαλαμούρα (η) : η άλμη ( τουρκ salamura αντιδάνειο από το αρχ αλς άλας στα ενετικά sal  )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σαλέβγω : κουνιέμαι , ξεκινάω να περπατώ ( αρχ. σαλεύω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σάλιακας (ο) : σαλιγκάρι ( γυμνοσιάλιακας ) ( τουρκ salyaνngoz)( πιθανόν να το λένε έτσι επειδή τα σημάδια που αφήνει όταν σέρνεται μοιάζουν με σάλια )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σαλταίρνω : πηδάω ( ιταλ salto =  πήδημα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σαματάς (ο) : φασαρία ( τουρκ samata )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σάματις : διστακτικός σύμδεσμος : μήπως&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σάμι (το) : το σουσάμι ( τουρκ. susam , αρχ. σήσαμον )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σάμπως : διστακτικός σύμδεσμος : μήπως ( σαν πως )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σαμώνω : σιμώνω , φτάνω , πλησιάζω&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σάντουλος (ο) : ο νονός&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σαρωνιά (η) : σκούπα από κλαδιά ( προέρχεται από το σαρώνω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σατάς : τοπικό επίρρημα : ακριβώς ( '' επά σατάς = εδώ ακριβώς '' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σβουρίζω : γυρίζω γύρω γύρω σαν σβούρα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σέβας (το) : ο σεβασμός ( αρχ σέβας )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σεβντάς (ο) : ο ερωτικός καημός ( τουρκ. sevda )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σεκλετίζομαι : στεναχωριέμαι ( τουρκ siklet = στεναχώρια )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σέκος : αναυδος , σαστισμένος , αναίσθητος από χτύπημα ( ιταλ secco )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σελαφιλίζω : κοιτάζω , περιεργάζομαι ( γαλ che la fille = ψάξε το κορίτσι ή ψάξετην )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σελλάδι (το) : τόπος που βρίσκεται στη βάση δύο λόφων (  λατιν. sella = σαμάρι για το άλογο )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σενιάρω : κάνω κάτι όμορφο, το βελτιώνω , το περιποιούμαι ( από το ''σένιος'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σεραδιάζω : ράβω και από τις δύο πλευρές κάτι &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σεργιάνι (το) : ο περίπατος ( τουρκ seyran )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σερσέμης (ο) : ανόητος , μπουνταλάς ( τουρκ sersem )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σέστα (τα) : τα λογικά ( ίσως από το ''σωστά'' ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σημαίνω : χτυπάω τις καμπάνες ( από το σήμαντρο = ηχητικό αντικείμενο / καμπάνα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σήμερις  : επίρρημα χρονικό : σήμερα ( αρχ. σήμερον )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σιέμαι : σείομαι&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σιμά : κοντά &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σιχτίρι (το) : η επίπληξη ( τουρκ siktir )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σκαμνιά  (η) : η μουριά  (αρχ. συκάμινος = μουριά )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σκαμπάζω : γνωρίζω ( ελληνιστ σκαμβάζω = διαστρεβλώνω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σκάντζα : η αλλαγή , η αντικατάσταση ( ενετ scangia )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σκάρφια (η) : ο κλήρος , η κλήρωση  &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σκελί (το) : το κομμάτι  ( αρχ σκελίς )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σκεμπές (ο) : η κοιλιά ( τουρκ iskembe )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σκιάζω : φεύγω μακριά ( αρχ σκιάζω = δημιουργώ σκιά , με την έννοια πως επειδή απομακρύνομαι φαίνεται μόνο η σκιά μου )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σκληρίζω : στριγκλίζω&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σκονοβολιά (η) : ομίχλη από σκόνη&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σκορδοκαΐλα (η) : κάψιμο από σκόρδο , μεταφορικά : ο καημός&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σκορνιαχτός (ο) : η σκόνη ( παράφραση του ''κουρνιαχτός'' αρχ. κονιορτός )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σκορπαλευράς (ο) : ο άσωτος , ο άστατος ( κυριολεκτικά : αυτός που σκορπίζει το αλεύρι )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σκοτίζω : δημιουργώ σκοτούρες , ανησυχίες&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σκούζω : βγάζω διαπεραστικές κραυγές ( αρχ. σκύζομαι = είμαι εξαγριωμένος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σκουνταύω : σκοντάφτω&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σκροπώ : σκορπώ ( αρχ σκορπίζω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σμάχτω : μυρίζω ( από το ''οσμίζομαι'' ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σμυριγκλάς (ο) : ο σμυριδεργάτης&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σόβολος (ο) : ο βολικός , αυτός που προσαρμόζεται εύκολα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σοπλίζω : βρωμάω&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σουλτάν μερεμέτ : το να δείρεις κάποιον ( κυριολεκτικά σημαίνει ''η μικρή εργασία του σουλτάνου'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σουμπιντος : όλος μαζί σε μια στιγμή ( ιταλ subito )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σούρτα  φέρτα : πέρα δώθε ( σύρε τα + φέρε τα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σοφιαρίζομαι : δεν μπορώ να αναπνεύσω καλά , πνίγομαι&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σπιθούρι (το) : το σπυρί&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σταλαητός (ο) : από εκεί που πέφτουν οι σταγόνες , σταλακτίτης&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;στιαστό (το) : το στέγαστρο που δημιουργούνταν καλύπτοντας ένα δρόμο ( ίσως από το σκιά , δηλαδή σκιαστό / στιαστό )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;στούκας (τα) : χαρακτηρισμός για οτιδήποτε δεν είναι γνήσιο η έγγυρο ή  για τα βαριά τσιγάρα ( κυριολεκτικά : τύπος γερμανικού αεροσκάφους stukas )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;στράγγα (η) : η σταγόνα ( από το στραγγίζω ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;στρατοκόποι (οι) : οι περιπατητές ( στράτα / δρόμος + κόπος ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;στρεμός (ο) : η επιστροφή ( από το ''στρέφομαι'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;στρογγυλοκάθομαι : έκατσα καλά&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;συβία (η) : συμβία , σύζυγος ( συν + βίος /ζωή )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σύγκαιρα : ταυτόχρονα ( συν + καιρός )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σύγκορμος : όλο το σώμα / κορμί&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;συλλήβω : συλλαμβάνω&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σύμπλιο : το γειτονικό χωράφι&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;συναχλίκια (τα) : συναναστροφές ( συν + άχνα = συχνάζω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;συνεικάζω : διακρίνω , συμπεραίνω ( συν + αρχ εικάζω ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;συννεφόκαμα (το) : όταν ενώ έχει συννεφιά κάνει πολύ ζέστη&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;συντράμω : συνδράμω , βοηθάω&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;συρομαδώ : μαδάω τα μαλλιά&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;συφερτός (ο) : ότι σέρνει κάποιος μαζί του , αντικείμενα ή ανθρώπους ( συν + φέρνω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σφαωπονιάζω : τρώω ( αρνητική έννοια ) ( φαϊ + πόνος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σφούνι (το) : πήλινο δοχείο παρόμοιο με σιφόνι που χρησίμευε είτε για να βγάζουν κρασί από μεθήρα είτε για να πιουν ( αρχ σίφων ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σώθια (τα) : τα σωθικά , τα σπλάχνα &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σώνω : καταφέρνω ( αντιδάνειο τουρκ son ^ αρχ σώζω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;σωφελιάζω : εφαρμόζω ( ίσως ίσος + φελί , δηλαδή ίσο κομμάτι ) /Ψ&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4591830130189351437-2552469697512709999?l=koronoslexiko.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/feeds/2552469697512709999/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_7080.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/2552469697512709999'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/2552469697512709999'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_7080.html' title='Σ'/><author><name>Γιώργος Α. Μανωλάς</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03445991912673506541</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='31' src='http://3.bp.blogspot.com/_BbG0G4uHmio/TGwemAFIz9I/AAAAAAAAI_8/vvRkTT7LkV8/S220/1977.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4591830130189351437.post-2485935071467400708</id><published>2009-05-25T08:29:00.005-07:00</published><updated>2011-06-05T15:03:13.697-07:00</updated><title type='text'>Τ</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;ταβλομάντιλο (το) : το τραπεζομάντιλο&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τάζω : υπόσχομαι ( αρχ. τάσσω = υπόσχομαι )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τάκα τούκα :ο θόρυβος ( τουρκ. takatuka )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τακίμι (το) : συγκρότημα με οργανοπαίχτες ( τουρκ takim = ομάδα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τάλε κουάλε : ίδιο , όμοιο ( ιταλ tale quale )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ταμπλάς (ο) : η συγκοπή ( τουρκ tampla )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ταρσανάς (ο) : αποθήκη σε ένα λιμάνι ( ενετ arsenale = ναύσταθμος , τουρκ tersane )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τάχατες : επίρρημα : τάχα ( δηλώνει αμφισβήτηση ) ( αρχ. τάχα = ίσως )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ταχειά : επίρρημα : γρήγορα ( αρχ. ταχέως ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ταχταρίζω : τραγουδάω σε ένα μωρό ένα τραγούδι και το παίζω στα χέρια ( από το ''νταχτιριντι'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ταχυνέβγω : ξεκινάω νωρίς , βιάζομαι ( από το αρχ. ταχύς ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τελέματα (στα) : στα τελειώματα , στο τελος ( αρχ. τελειώματα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τέλι (το) : το ψιλό σύρμα ( τουρκ tel )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τέρμενα (τα) : το τέλος ( ιταλ termino )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τέτραδος (ο) : η Τετάρτη ( '' πέρασεν ο Τέτραδος , ήφυεν ο βδόμαδος '' ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τζαναμπέτης (ο) : ο ιδιότροπος ( τουρκ cenabet )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τζερεμές (ο) : ο τιποτένιος ( τουρκ cereme )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τζιέρι (το) : το συκώτι ( τουρκ ciger )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τζόβενος (ο) : άντρας μεγάλης ηλικίας που μιμείται τους νέους στην εμφάνιση ( ενετ zoven )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τζουάδα (η) : το αραιό γάλα , που το πήζαν , με τη πυτιά μετά&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τίγκα : κάτι που είναι εντελώς γεμάτο ( ιταλ tinga )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τίοτα : αόριστη αντωνυμία : τίποτα ( ελληνιστ τι ποτέ ? )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τόποι (οι) : τα διάφορα μέρη γύρω από το χωριό ( αρχ. τόπος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;του λόγου σου : εσύ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τουρκομάνι : μεταφορικά : η ακαταστασία&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τουρλού τουρλού : τα διάφορα , τα ανακατεμένα ( τουρ turlu = ανακάτεμα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τρατάρω : κερνάω ( ενετ tratar ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τραχανίζω : δημιουργώ χαρακτηριστικό δυσάρεστο ήχο τρίβοντας δύο αντικείμενα μεταξύ τους ( ίσως  από το αχ τραχύς = αυτός ή αυτό που έχει ανώμαλη , άγρια επιφάνεια )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τρεζακώνομαι : ζαλίζομαι από τον ήλιο&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τριάζω : τριτώνω ( κάνω κάτι τρεις φορές ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τριβόλι (το) : αγκαθωτό ζιζάνιο ( αρχ. τρίβολος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τρικό (το) : το φανελάκι ( γαλ tricot )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τριμπηδώ : μεταφορικά : εξοργίζομαι ( κυριολεκτικά : πηδάω τρεις φορές ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τροβόλι (το) : μικρό δοχείο από επεξεργασμένα φύλλα βούρλου για το στράγγισμα της μυζήθρας πριν γίνει τυρί ( ίσως τυρί + βούρλο )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τροχάδι (το) : το τρέξιμο ( από το αρχ. τρέχω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τσακίδια (στα) : ως έκφραση προσταγής και κατάρας : '' στα τσακίδια '' = να πας να τσακιστείς , φύγε ,  χάσου&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τσακίρ κέφι (στο) : στο κορύφωμα του κεφιού ( τουρκ. cakirkeyf = ελαφρά μεθυσμένος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τσακπινομπιρμπιλογαργαλιάρης (ο) : ο αστείος , αυτός που έχει γούστο&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τσαλαβουτώ : πατάω στο νερό και βρέχομαι ( άτσαλος + βουτώ )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τσαλαπατώ : πατάω και λερώνομαι ( άτσαλος + πατώ )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τσαμπουνώ : μεταφορικά : φλυαρώ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τσανάκα (η) : η λεκάνη ( το σκεύος όχι της τουαλέτας ) ( τουρκ. canak )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τσαούσα (η) : χαρακτηριασμός της πεισματάρας γυναίκας ( τουρκ. cavus = υπαξιωματικός του οθωμανικού στρατού )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τσαπραντίζω : ρυθμίζω τα δόντια του πριονιού &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τσατιμάς (ο) : τοίχος με ξύλινο σκελετό και λάσπη με ασβέστη ( τουρκ catma ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τσέρμες (οι) : η παράλυση , η αναπηρία στα χέρια &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τση : αντωνυμία : της&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τσίζω : καψαλίζω , καίω επιφανειακά κάτι ( αρχ. σίζω = τσιτσιρίζω , για καυτό μέταλλο που το βουτάμε στο νερό )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τσιουρίζω : χτυπάω κάποιον με βέργα ( ηχομιλιτική λέξη , από τον ήχο της λεπτής βέργας όταν κινείται στον αέρα ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τσίπα (η) : η πέτσα , η επιδερμίδα ( σλαβ tsipa )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τσιφούτης (ο) : τσιγκούνης ( τουρκ cifit = εβραίος αρχ κηφήν = κηφήνας = άνθρωπος που ζει εις βάρος των άλλων )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τσίφτης (ο) : ο άψογος στην εμφάνιση και συμπεριφορά άνθρωπος ( αλβαν gift = γεράκι )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;τσουντάρι (το) : η κορυφή του δέντρου&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4591830130189351437-2485935071467400708?l=koronoslexiko.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/feeds/2485935071467400708/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_8934.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/2485935071467400708'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/2485935071467400708'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_8934.html' title='Τ'/><author><name>Γιώργος Α. Μανωλάς</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03445991912673506541</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='31' src='http://3.bp.blogspot.com/_BbG0G4uHmio/TGwemAFIz9I/AAAAAAAAI_8/vvRkTT7LkV8/S220/1977.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4591830130189351437.post-5381091475418960280</id><published>2009-05-25T08:29:00.003-07:00</published><updated>2011-06-05T15:03:41.935-07:00</updated><title type='text'>Υ</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;υροβολιά : ο γύρος στο χορό , η ''βόλτα''&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;υρομάντηλο (το) : μαντήλι που τυλίγονταν γύρω από το φέσι για να απορροφάει τον ιδρώτα &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ύστερις : ως επίρρημα χρονικό : ύστερα , έπειτα ( αρχ. ύστερον )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;υστερνά : ως επίρρημα χρονικό : στερνά , αργότερα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;υχιά (η) : η νυχιά ( νύχι ) , χρησιμοποιείται ως ποσοτικό επίρρημα = λίγο&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;υψέλι (το) : η κυψέλη , πήλινο δοχείο σχήματος κόλουρου κώνου ( αρχ κυψέλη ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;υροπαζώ : έτσι λένε το αλάτισμα του τυριού εξωτερικά δύο ώρες μετά την ολοκλήρωση της τυροκόμισης&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4591830130189351437-5381091475418960280?l=koronoslexiko.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/feeds/5381091475418960280/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_1018.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/5381091475418960280'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/5381091475418960280'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_1018.html' title='Υ'/><author><name>Γιώργος Α. Μανωλάς</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03445991912673506541</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='31' src='http://3.bp.blogspot.com/_BbG0G4uHmio/TGwemAFIz9I/AAAAAAAAI_8/vvRkTT7LkV8/S220/1977.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4591830130189351437.post-1852548028428897240</id><published>2009-05-25T08:29:00.001-07:00</published><updated>2011-06-05T15:04:14.752-07:00</updated><title type='text'>Φ</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;φαίνω : υφαίνω ( αρχ. υφαίνω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φάκα (η) : η ποντικοπάγίδα ( τουρκ. fak )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φακιόλι (το) : είδος κεφαλόδεσμου , κεφαλομάντηλο ( ενετ fasciola )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φαλιμέντο (το) : η χρεοκοπία ( ιταλ fallimento)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φαμελίτης (ο) : ο οικογενειάρχης ( ενετ famil = οικογένεια )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φαναριτζής (ο) : αυτός που κατασκεύαζε φανάρια / φανούς&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φανιά (η) : η εμφάνιση , το φανέρωμα ( αρχ. φαίνω = φέρνω το φως )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φανούσιμη (η) : η φανταχτερή , η εμφανίσιμη &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φαντάζω : δημιουργώ αίσθηση , προκαλώ εντύπωση ( αρχ. φαντάζω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φαούσα (η) : η φαγούσα , η φαγέδαινα = καρκινοειδές έλκος , πληγή που διαβρώνει και σαπίζει τις σάρκες ( αρχ. φαγέδαινα ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φαραγγιάζω : ρίχνω κάποιο ζώο στο φαράγγι για να το σκοτώσω &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φαρμακώνω : δηλητηριάζω ( αρχ. φαρμακώ = θεραπεύω με φάρμακα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φασoλάτος (ο) : ο ριγέ ( λόγω του σχήματος της ρίγας ) ( '' φασολάτος γάδαρος '' = η ζέβρα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φασίνα (η) : το γενικό καθαρισμα ενός σπιτιού ( ιταλ fascina )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φασκιές (οι) : γάζες από ύφασμα που τύλιγαν τα μωρά ( ενετ fasc )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φαφαλίνα (η) : αυτή που μιλάει πολύ ( ίσως από το ιταλ fanfara = φλυαρία )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φαφούρι (το) : το λείο , το πεντακάθαρο ( τουρκ firfir = σκεύος από λεπτή κατεργασμένη πορσελάνη &amp;amp; πορφύρα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φελώ : αξίζω ( αρχ.  ωφελώ ) ( '' ευτό το πράμα δε φελά ντιπ για ντιπ '' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φέξη (η) : όταν εμφανίζεται το φεγγάρι ( από το ''φέγγω'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φερμός (ο) : ο ερχομός  ( από το αρχ. φέρω = φέρνω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φέρτα (τα) : τα χρήματα που έριχναν σε δίσκο όσοι φιλούσαν τα στέφανα των νεόνυμφων και τα έπαιρνε ο παπάς  ( από το αρχ. φέρω = φέρνω ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φηκάρι (το) : το θηκάρι , η θήκη για το μαχαίρι που κουβαλούσαν παλιότερα οι άντρες πάνω τους ( αρχ. θηκάριον ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φιλέβγω : φιλεύω , κερνάω ( κυριολεκτικά : δίνω σε φίλο κάτι )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φιρί - φιρί : γύρω γύρω  ( τουρκ firil firil = εξακολουθητική κυκλική κίνηση )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φιρμάνι (το) : διαταγή (τουρκ. ferman )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φκερώνω : αδειάζω , σκορπάω κάτι στο πάτωμα ( ίσως μεταφορική παράφραση του αρχ. αφιερώνω = προσφέρω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φλάρος (ο) : μεταφορικά : το εμπόδιο ή το πέος ( κυριολεκτικά : ενετ flar =ο καλόγερος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φλέα (η) : φλέβα ( χρησιμοποιείται συνήθως σαν φλέβα σμυριγλιού σε ένα ορυχείο ) ( αρχ φλεψ )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φλιτάρω : ψεκάζω ( το ''φλιτ'' ήταν κάποιο ζιζανιοκτόνο και από αυτό βγήκε και το ρήμα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φνηδιάζομαι : με πιάνει κάποιος ξαφνικός δυνατός πόνος ( από το ελληνιστ αιφνιδιάζομαι )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φορτσάρω : αυξάνω την δύναμη που ασκώ κάπου ( ιταλ forza  )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φούρια (η) : η βιασύνη , η μανία ( ιταλ furia )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φουρκίζω : κρεμάω , απαγχονίζω ( από το ''φούρκα'' ) , μεταφορικά : τσαντίζω κάποιον&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φουρνέλο (το) : η έκρηξη με δυναμίτιδα ( ιταλ fornello )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φούχι : επιφώνημα για κάτι που βρωμάει ( ίσως από το ''μποχα'' = βρώμα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φράμπικα (η) : η φάμπρικα , το ελαιοτριβείο (ιταλ fabbrica )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φράπας (ο) : ο αφράτος , ο στρουμπουλός ( ιταλ frapa )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φτασμός (ο) : η άφιξη ( από το ''φτάνω'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φτέβγω : φυτεύω ( αρχ. φυτεύω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φτενό (το) : το λεπτό ( από το ''φθίνω'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φτουρώ : αξίζω  ( λατιν obduro )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φτύση (η) : η φυματίωση ( λέγεται έτσι επειδή ο ασθενής ''έφτυνε'' συνεχώς ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φύει φύει (όπου) : ως επίρρημα : όπου φύγει φύγει = απομακρύνομαι γρήγορα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φύρα (η) : το χάσιμο ( αρχ φυρώ = λιγοστεύω σε βάρος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φύρδην μίγδην : η πλήρης ακαταστασία ( αρχ. φύρδην = σε σύγχυση , ελληνιστ μίγδην = μπερδεμένα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φυρό (το) : καφετή προς το κόκκινο ( ίσως από το πορφυρό )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φύση (η) : το γεννητικό μόριο του αρσενικού ( αρχ. φύσις ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φυσορογιά (η) : αράχνη ( ίσως φυσάω + ρογιά / ρώγα , επειδή η αράχνη μοιάζει με ρώγα στη Κρήτη λέγεται ρωγαλύδα με Ω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φώκος (ο) : η φωτιά &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φωτίζομαι : βλέπω στα όνειρά του αγίους , οι οποίοι με καθοδηγούν ( φώτισμα για την εκκλησία είναι το βάπτισμα )&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4591830130189351437-1852548028428897240?l=koronoslexiko.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/feeds/1852548028428897240/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_6099.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/1852548028428897240'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/1852548028428897240'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_6099.html' title='Φ'/><author><name>Γιώργος Α. Μανωλάς</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03445991912673506541</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='31' src='http://3.bp.blogspot.com/_BbG0G4uHmio/TGwemAFIz9I/AAAAAAAAI_8/vvRkTT7LkV8/S220/1977.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4591830130189351437.post-8294577719730589781</id><published>2009-05-25T08:28:00.002-07:00</published><updated>2011-06-05T15:04:55.956-07:00</updated><title type='text'>Χ</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;χαβάς (ο) : ο σκοπός τραγουδιού ( τουρκ hava = μελωδία , αέρας ) ( '' του κώλου σου ο χαβάς '' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χάβγω : χαύω , καταπίνω , τρώω ( αρχ κάπτω = πιάνω με το ράμφος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χαβούζα (η) : ο βόθρος ( τουρκ havuz )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χάβρα (η) : η φασαρία , κάπου που μιλούν όλοι μαζί ( τουρκ havra = εβραϊκή συναγωγή )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χαϊβάνι (το) : ο αφελής (τουρκ hayvan )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χαϊμαλί (το) : το φυλακτό ( τουρκ. hamayli )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χαϊνάρικο (το) : το άρρωστο ζώο&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χαΐρι (το) : η προκοπή ( τουρκ hayir )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χαλάλι : κάτι που αν και μου κοστίζει το δίνω με ευχαρίστηση ( τουρκ halal ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χαλκώματα (τα) : οτιδήποτε σκεύη από χαλκό ( αρχ. χαλκός )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χαμάδι (το) : ο καρπός που πέφτει στο έδαφος / χάμω &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χαμπάρι (το) : η αντίληψη για κάτι που μου συμβαίνει (τουρκ. haber = είδηση )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χαράμι (το) : η σπατάλη ( τουρκ haram )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χαραμιτζής (ο) : ο σπάταλος ( από το ''χαράμι'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χαραμοφάης (ο) : αυτός που τρώει άδικα το φαγητό του , πάει χαράμι το φαΐ του&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χαράνι (το) : το καζάνι ( τουρκ hareni )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χαρτώνω : προικίζω με συμβόλαιο , με χαρτί&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χαρχαλώ : ψαχουλεύω ( ηχομιλιτική λέξη )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χασές (ο) : άσπρο βαμβακερό ύφασμα μέτριας ποιότητας από αρκετά χοντρό νήμα το οποίο χρησιμοποιούσαν για σάβανο ( τουρκ. hase ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χάση (η) : το χάσιμο του φεγγαριού ( από το ''χάνομαι'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χάση κόσμου : μεταφορικά : η μεγάλη κακοκαιρία&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χάσκω : έχω ανοιχτό το στόμα ( αρχ χάσκω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χασοβράκης (ο) : αυτός που του πέφτουν τα παντελόνια , ξεκρεμανταλάς ( χάνω + βρακί / παντελόνι )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χασομερώ : περνάν οι μέρες ή οι ώρες μου άσκοπα ( χάνω + μέρα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χασχαριδιάζει : δημιουργίται χάσμα , κενό ( '' χασχαρίδιασε η οροφή '' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χατζής (ο) : αυτός που έχει επισκεφτεί σαν προσκυνητής τους Αγίους Τόπους ( τουρκ haci = προσκυνητής στη Μέκκα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χατιρικώς : ως επίρρημα : σου κάνω τι χάρη&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χάψαλο (το) : ο πολύ γέρος αδύνατος και ζαρωμένος άνθρωπος  ( παράφραση του τούρκικου sapsal = σάψαλο )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χειλοτήρα (η) : πάνινη ή τσουβάλινη θήκη στην οποία είχαν ζωοτροφή και την κρεμούσαν στο κεφάλι του ζώου έχοντας την μουσούδα του μέσα σε αυτή ( από το χείλος + αρχ τηρώ = δεν παραβαίνω ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χερικό (το) : η τύχη που κουβαλάει κάποιος μαζί του και την μεταδίδει στους άλλους κατά την ανταλλαγή η μεταπώληση αντικειμένων ή ζώων &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χερνό (το) : το χοιρινό κρέας&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χερόβολο (το) : όσα στάχυα χωράει η αγκάλη στο θέρισμα ( χέρι + βολεύω ) , δέκα χερόβολα έκαναν ένα δεμάτι &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χεροδύναμος (ο) : ο δυνατός , αυτός που έχει μεγάλη δύναμη στα χέρια&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χιονιάς (ο) : όταν ο καιρός είναι πολύ κρύος ή όταν χιονίζει&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χλαμπατζίβαλα (τα) : πολλά μουσικά όργανα συνήθως χάλκινα &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χλαπακιάζω : τρώω γρήγορα ( ηχομιλιτική λέξη )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χλιάρης (ο) : το νερό που τρέχει , μέσα από το έδαφος , από κάποιο σημείο βράχου  μετά τη βροχή &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χλωρωσά (η) : τα χλωρά χόρτα που χρησίμευαν σαν ζωοτροφή ( αρχ. χλωρός= φρέσκος ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χοιροσφαή (η) : το σφάξιμο του χοίρου / γουρουνιού ( χοίρος + σφαγή )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χοιροτρύπι (το) : η τρύπα του χοίρου&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χολιώ : θυμώνω ή πικραίνομαι ( αρχ. χολώ )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χολοσκώ : χολοσκάω , με αγχώνει κάτι ( σκάει / σπάει η χολή μου από το άγχος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χούϊ (το) : η συνήθεια ( τουρκ huy )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χουρσαφλίδα (η) : σαύρα του αγρού ( χρυσή + φλοίδα , επειδή οι φολίδες της χρυσίζουν στον ήλιο )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χουσμέτι (το) : το μοιραίο , αυτό που επιβάλει κάποιος ανώτερος ( από το τούρκικο kismet = μοίρα , πεπρωμένο )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χούφταλο (το) : ο πολύ γέρος αδύνατος και ζαρωμένος άνθρωπος , όπως η ''χούφτα'' όταν κλίνει &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χόχλακας : το χωράφι με πολλά χαλίκια&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χρειασίδια (τα) : τα απαραίτητα , τα αναγκαία ( από το ''χρειά'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χρειαστικό : ως επίρρημα : '' χρειαστικό ήτονε '' = δεν είναι ανάγκη&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χρίζω : αλείφω ( αρχ. χρίω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χτικιάζω  : αρρωσταίνω αδυνατίζω ( ελληνιστ χτικιάζω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;χυμώ : επιτίθεμαι - ορμώ ( ίσως από το αρχαίο χύμα = πλημμυρά )&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4591830130189351437-8294577719730589781?l=koronoslexiko.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/feeds/8294577719730589781/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_6572.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/8294577719730589781'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/8294577719730589781'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_6572.html' title='Χ'/><author><name>Γιώργος Α. Μανωλάς</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03445991912673506541</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='31' src='http://3.bp.blogspot.com/_BbG0G4uHmio/TGwemAFIz9I/AAAAAAAAI_8/vvRkTT7LkV8/S220/1977.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4591830130189351437.post-1578293570793748900</id><published>2009-05-25T08:28:00.001-07:00</published><updated>2011-06-05T15:05:27.169-07:00</updated><title type='text'>Ψ</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;ψαθί(το) : η ψάθα = ποώδες πολυετές και ελοχαρές φυτό με μακρύ και εύκαπτο στέλεχος, το οποίο φυτρώνει μέσα στις στέρνες ή έλη&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψακί (το) : το δηλητήριο ( από το ''ψακώνω'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψακώνω : δηλητηριάζω ( αρχ. ψακάζω = ψεκάζω = ψιχαλίζω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψαλμόζια : τα αμμουδερά εδάφη&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψαραίνω : γίνονται γκρίζα τα μαλλιά μου  ( αρχ ψαρός = γκρίζος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψαρής (ο) : μεταφορικά : ο ύπνος&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψαρό (το) : για το σμυρίγλι : η κατώτερη ποιότητα , αυτό που έχει γκρίζο χρώμα &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψαχουλέβγω : ψαχουλεύω = ψάχνω ανασκαλεύοντας κάπου ( ψάχνω + αρχ. χαλεύω / πλέκω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψάχω : ψάχνω &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψειρίζω : μεταφορικά : ψάχνω ή κάνω κάτι λεπτομερώς&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψεφθιά (η) : το ψέμμα ( αρχ. ψέσμα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψηλαφίζω : αναζητώ κάτι με την αφή ( αρχ. ψηλαφώ )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψηλέας (ο) : ο πολύ ψηλός άντρας&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψημένος (ο) : μεταφορικά : ο σκληραγωγημένος , που έχει ''ψηθεί'' στη δουλειά &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψηφώ : υπολογίζω κάποιον , παίρνω υπ 'όψιν ( αρχ. ψηφίζω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψίδι (το) : το μπροστινό μέρος του υποδήματος ( αρχ. αψίδιον ) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψιλό (το) : μεταφορικά : το κατούρημα &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψιλολόι (το) : οποιαδήποτε ποσότητα μικρών / ψιλών αντικειμένων&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψιλός (ο) : ο λεπτός ( αρχ ψιλός = γυμνός , σκέτος )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψιλόσκονη : η σκόνη που χρησιμοποιούσαν σαν εντομοκτόνο ( ψιλός / λεπτός + σκόνη )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψιμαρνί (το) : το αρνί που γεννήθηκε καθυστερημένα ( έψιμα / όψιμα + αρνί )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψιμοπαίδι (το) : το τελευταίο παιδί ( έψιμο / όψιμο  + παιδί )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψιμόριφο (το) : το κατσίκι που γεννήθηκε καθυστερημένα ( έψιμα / όψιμα + ρίφι / κατσίκι  )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψίχαλο (το) : το λίγο , το ψίχουλο ( από το ''ψίχα'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψολαρμενίζει : κοιτάει ανέμελα ψηλά , αδιαφορεί ( ψηλά + αρμενίζω )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψόματα (τα) : τα ψέματα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψουνίζω : ψωνίζω ( ελλην οψωνίζομαι = προμηθεύομαι )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψοφακιάζω : πεθαίνω ( από το ''ψοφώ'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψοφίμι (το) : το ψόφιο , μεταφορικά : ο ακαμάτης ο τεμπέλης&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψόφος (ο) : ο θάνατος ( από το ''ψοφώ'' ) , μεταφορικά : το πολύ κρύο&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψυλλιάζομαι : μεταφορικά : υποψιάζομαι ( από το έντομο ''ψύλλος'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψυχομαχά : ψυχορραγεί , πεθαίνει , μάχεται η ψυχή του &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψυχοπιάνομαι : στεναχωριέμαι , πιάνεται η ψυχή μου από στεναχώρια&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψωμόλυσα (η) : η πείνα ( ψωμί + ''λύσσα'' / μανία )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψωμοχώραφα (τα) : τα χωράφια που έσπερναν σιτάρι ( αρχ, ψωμός = μπουκιά )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψωμωμένος (ο) : μεταφορικά : ο δυνατός&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψώρα (η) : παρασιτική μεταδοτική δερματοπάθεια ανθρώπων και ζώων ( αρχ ψώρα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψωριάρης (ο) : μεταφορικά : ο βρώμικος , ο άρρωστος ( κυριολεκτικά : αυτός που τον έχει προσβάλει η ''ψώρα'' )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ψωροπερήφανος (ο) : μεταφορικά : αυτός που είναι περήφανος για κάτι που δεν έπρεπε&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4591830130189351437-1578293570793748900?l=koronoslexiko.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/feeds/1578293570793748900/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_25.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/1578293570793748900'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/1578293570793748900'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post_25.html' title='Ψ'/><author><name>Γιώργος Α. Μανωλάς</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03445991912673506541</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='31' src='http://3.bp.blogspot.com/_BbG0G4uHmio/TGwemAFIz9I/AAAAAAAAI_8/vvRkTT7LkV8/S220/1977.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4591830130189351437.post-145864498662123682</id><published>2009-05-25T08:27:00.000-07:00</published><updated>2011-06-05T15:18:04.847-07:00</updated><title type='text'>Ω</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;ωάθηκα : αόριστος του ''λωλαίνομαι'' ( = λωλάθηκα )&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ωμιά (η) : το μέσα μέρος του κτήματος &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ωμωσά (η) : το μέσα μέρος του κτήματος &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ωνιά (η) : η γωνιά&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ωός (ο) : ο λωλός , ο τρελός&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ωραία πύλη (η) : η είσοδος από τον κυρίως ναό στο ιερό του ναού μιας ορθόδοξης εκκλησίας&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ωρέ : μωρέ , βρε&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ώριος (ο) : ο ωραίος&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4591830130189351437-145864498662123682?l=koronoslexiko.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/feeds/145864498662123682/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/145864498662123682'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4591830130189351437/posts/default/145864498662123682'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://koronoslexiko.blogspot.com/2009/05/blog-post.html' title='Ω'/><author><name>Γιώργος Α. Μανωλάς</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03445991912673506541</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='31' src='http://3.bp.blogspot.com/_BbG0G4uHmio/TGwemAFIz9I/AAAAAAAAI_8/vvRkTT7LkV8/S220/1977.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry></feed>
