Δευτέρα, 25 Μαΐου 2009

Α

αβαρία (η) : η απώλεια εργασίας λόγω ζημιάς ( ενετ avaria )

αβέρτα : συνέχεια ( ενετ averto )

αβουθώ : βάζω πάνω στον ώμο ( ίσως από το ''βοηθώ'' )

αβρωνιά (η) : οφιοειδής βλαστός που τρώγεται ( αρχ βρύω = έχω άφθονο υγρό )

αβυζάριζα : βύζαινα

αγάντα : έκφραση που σημαίνει : ''να έχεις δύναμη'' , ''κουράγιο '' ( κυριολεκτικά είναι ναυτικός όρος και σημαίνει : βάλε δύναμη στο κουπί )

άγαρμπος (ο) : ο άκομψος ή αυτός που οι ενέργειες και οι πράξεις του δεν έχουν χάρη ( στερητικό α+ ιταλ. garbo = κομψότητα )

αγγειό (το) : δοχείο πήλινο ή χάλκινο που χρησιμοποιούσαν για την ανάγκη τους τη νύχτα ( αρχ. αγγείον = δοχείο )

αγγελομαραμός : κάτι ή κάποιος άσχημο ή άσχημος ( άγγελος + ''μαραμός'' / μαραζωμένος )

αγιάζι (το) : η ψύχρα , η υγρασία ( τουρκ ayaz )

αγκερίδα (η) : μακρύ λεπτό ξύλο με καμπύλη στην άκρη για να τραβάνε τα κλαδιά ( από το ''αγκίστρι'' )

αγκύλι (το) : το αγκάθι (αρχ. αγκύλη = αγκάθι , κεντρί )

αγκυλώνω : τσιμπώ ή τρυπάω ( από το ''αγκύλι'' )

αγλέουρας (ο) : μεταφορικά : για να δηλώσουμε πως κάποιος έφαγε πάρα πολύ ( κυριολεκτικά : αρχ. αλλέβορος = είδος δηλητηριώδους βοτάνου )

αγώι (το) : το γαϊδούρι ή το μουλάρι που χρησιμοποιείται επί πληρωμής για μεταφορά υλικών ( αρχ. αγώγιον = φόρτωμα άμαξας )

αδικοφιά (η) : η αδικία ( αrχ. αδικία )

αεκιό : πρόθεση : μετά ( αέκιο = από εκεί )

αεράνι (το) : κατασκευή σε πηγάδι για να βγάζουν το νερό , η οποία μοιάζει με γερανό ( από το ''γερανός'' / αγερανός / αεράνι , όπως και ''Αγερσανί'' )

αθάνατος (ο) : αιωνόβιο φυτό με μεγάλα επιμήκη φύλλα με αγκάθια στις άκρες ( αρχ αγαύη )

αθεόφοβος (ο) : ο τολμηρός , αυτός που δεν φοβάται ούτε τον Θεό

αϊτέβγω : αϊτεύω = λέω κάποια προσευχή για την θεραπεία μιας ασθένειας ( ίσως από το ελληνιστ σαγιτεύω = σαγηνεύω )

ακαμάτης (ο) : αυτός που δεν μπορεί να δουλέψει , ο τεμπέλης ( από το ''κάματος'' = εργασία )

αλαμπουρνέζικα (τα) : ακαταλαβίστικα , δυσνόητα ( ιταλ. alla burlesca = με παιχνιδιάρικο ύφος )

αλετομίζω : κόβω κάτι σε κομάτια , καταστρέφω ( αλέθω + τομή )

αλευριά (η) : βρασμένο αλεύρι με νερό και αλάτι

αλιμπέρτο (το) : το ελεύθερο ( γαλ liberte = ελευθερία )

αλισβερίσι (το) : η συναλλαγή ( τουρκ alicveris = πάρε δώσε )

αλισίβα (η) : απόσταγμα στάχτης χρήσιμο για το πλύσιμο ( ιταλ liscivia )

αλληβούδι (το) : η αλληλοβοήθεια ( κυριολεκτικά : η ανταλλαγή βοδιών από δύο ιδιοκτήτες που είχαν ένα ο καθένας , για να συμπληρώνουν ζευγάρι για το όργωμα )

αλλοπαρμένος (ο) : ο τρελός , ο αλλοπρόσαλλος ( άλλος + παρμένος )

αλμπάνης (ο) : μεταφωρικά : ο απρόσεκτος ( κυριολεκτικά : ο πεταλωτής , τουρκ nalbant )

αμαθιά (η) : το έντερο του γουρουνιού γεμιστό με ρύζι και χορταρικά ( κάτι σαν λουκάνικο , αρχ ματύα = νόστιμο φαγητό )

αμανάτι (το) : το ενέχυρο , η εγγύηση ( τουρκ emanat )

αμανίτες (οι) : τα μανιτάρια ( ελληνιστ αμανίτης = μανιτάρι )

αμάχη (η) : ο τσακωμός , η φιλονικία ( από το αρχ. μάχη )

άμε : πήγενε ( από αρχ. άγωμεν = πάμε )

αμέτι μουχαμέτι : έκφραση που σημναίνει : πεισματικά , '' σώνει και καλά '' ( τουρκ amet muhabbet )

αμολώ : αφήνω ελεύθερο ( ιταλ ammolare = αφήνω )

αμούργα (η) : το κατακάθι του κρασιού ή του λαδιού ( ενετ murca , αρχ αμόργη )

αμουρούζα (η) : η αγαπητικιά , η αραβωνιαστικιά ( ιταλ amore = αγάπη ) /ΚΧ

άμπακος (ο) : μεταφορικά : για να δηλώσουμε πως κάποιος έφαγε πολύ ( '' ήφαεναι τον
άμπακο '' )( κυριολεκτικά : ιταλ. abbaco & αρχ άβαξ = πινάκιο γραφής )

αμπάνιερι : ξεφραγο , κτήμα που δεν έχει περίφραξη ( ίσως μπένω + αέρας )

αμπασά (η) : είσοδος σε φράχτη ( αρχ έμπασις = είσοδος , αγγλ pass = πέρασμα )

αμπιδόκοπα (τα) : κομμένα σε κομμάτια αχλάδια και ξεραμένα στον ήλιο ( αρχ απίδι /

αχλάδι + κόβω )

αμπιρυνάς (ο) : ο πυρήνας = ότι μένει από την ελιά στο ελαιοτριβείο , χρησιμοποιούνταν σαν καύσιμη ύλη

αναδίνω : βγαίνω ( αρχ. αναδύδωμι = δίνω )

αναθύμηση (η) : η ανάμνηση ( ανά / ξανά + θύμηση )

ανάμα : το κόκκινο κρασί που χρησιμοποιείται στην εκκλησία για την Θεία Ευχαριστία ( αρχ νάμα = τρεχούμενο νερό )

αναμπαμπούλα (η) : η αναμπουμπούλα = η αναστάτωση , ο πανικός , η πολύ φασαρία ( ενετ ala babala = στο ''βρόντο'' )

άναξος (ο) : ο ανάξιος

ανασκουμπώθηκα : ξαναετοιμάστηκα ( ανα + κόμπος ( μανίκια) = σηκώνω τα μανίκια )

ανεβαλλούσες (οι) : απότομες ανηφόρες ( από το ''ανεβαίνω'' )

ανεβοάζω : φωνάζω ( ανε + βοή )

ανεγκέματα (τα) : οι πληγές με ποίον ( πληγές από γκέμια , γκέμι = χαλινάρι = τουρκ gem )

ανεγλύφομαι : λιγουρεύομαι , γλύφω τα χείλη μου από κάτι που λιγουρεύτηκα

ανεμοσούρι (το) : ότι σέρνει ο άνεμος

ανέπαρση (η) : η βοήθεια στο σήκωμα ( αρχ. έπαρσις = φούσκωμα )

ανεπρόκοπος (ο) : ο τεμπέλης , αυτός που δεν κάνει προκοπή

ανέφαμα (τα) : η επανεμφάνιση ( ανε + φαίνομαι )

ανεφταόρατο (το) : το άφαντο , το εξαφανισμένο ( επτά φορές αόρατο )

ανεχετζώνω : ανατριχιάζω ( ίσως από το ανε + χαίτη )

αντιμισθία (η) : η πληρωμή σε είδος και όχι με χρήματα ( αντί μισθού )

αντιστιβερίζω : στηρίζω ή κρατάω κόντρα ( ίσως από το στιβαρός = δυνατός , στέρεος )

αντιφεγγίζω : αντανακλώ ( αντί + φέγγω / φωτίζω )

αντράκλα (η) : η γλιστρίδα , ποώδες φυτό που τρώγεται σαν σαλάτα ( αρχ. ανδράχλη )

αξαμπωθιές (οι) : οι σπρωξιές ( από το μπώθω = απωθώ )

αξαμώνω : σημαδεύω ( λατ exam = ζυγίζω , εξετάζω προσεκτικά )

άπατα : βαθιά , χωρίς πάτο / πυθμένα

απίκο : έκφραση που σημαίνει : έτοιμος να ξεκινήσει ( ιταλ a picco )

άπιος (ο) : ο διψασμένος , αυτός που δεν έχει πιει ( στερητικό α + πίνω )

αποδωσίδια (τα) : τα πράγματα που έστελνε / απέδιδε κάποιος σε κάποιον άλλον ( από το αρχ. αποδίδωμι )

αποκοτιά (η) : το θράσος , η τόλμη ( από + κοτάω / τολμώ )

απολύσωνας (ο) : το διώξιμο ( από το ''απόλυση'' ) /ΚΧ

απολυταριά (η) : το πέταγμα του ραβδιού πιασμένο από τη μια του άκρη ( ίσως από παράφραση του ''εξαπολύω / απολύω'' )

απόπατος (ο) : η τουαλέτα , ο καμπινές ( αρχ. απόπατος )

αποφόρι (το) : ρούχο που έχει χρησιμοποιήσει κάποιος πολύ και δεν το φοράει πια ( από + φορώ )

απύρι (το) : πολλές σπίθες μαζί που δείχνουν ότι πύρωσε ο φούρνος

αράδα : πολλά ( ενετ arada = το περιεχόμενο του αλωνιού )

αραλίκι (το) : η απραξία , η ανάπαυση ( τουρκ aralik )

αρίζικος (ο) : ο κακορίζικος , ο άτυχος ( στερητικό α + ριζικό )

αρμάρι (το) : το ερμάριο , το ράφι ( λατ armar )

αρμέω : αρμέγω ( αρχ. αμέλγω )

άρον άρον : έκφραση που σημαίνει : ενέργεια που γίνεται βιαστικά , γρήγορα , ακούσια ή και βίαια ( αρχ. άρω = απομακρύνω )

αρπώ : αρπάζω ( αρχ. αρπάζω )

άρτσι βρούτσι : χωρίς τάξη ή λογική συνοχή ( αρμένικη ρίζα ''άρτσι μπούρτσι =
αρτζιβούριν = κατάλυση της νηστείας της Τετάρτης και της Παρασκευής )
)

άστομος (ο) : αυτός που δεν τρώει ( δεν έχει ''στόμα'' )

ατσάλαχος (ο) : ο μικρός θόρυβος ( άτσαλος + ήχος )

άτσαλος (ο) : ο ακατάστατος , ο απρόσεκτος ( αρχ ατάσθαλος )

ατσίδα (η) : η νυφίτσα , το κουνάβι ( ελληνιστ ακτίς = νυφίτσα )

αφάνες (οι) : πυκνοί θάμνοι που έμπαιναν γύρω από το αλώνι για να κόβουν τον αέρα ( ελλην αφάνα )

αφορεζμένος (ο) : μετοχή του ''αφορίζω'' ( = αυτού που το σώμα δεν έλιωσε μετά το θανατό του λόγω αφορισμού του από την εκκλησία , κυριολεκτικά σημαίνει : αυτός που έχει αφορίσει η εκκλησία )

άφουκλα (η) : κατάλληλα σκαλισμένη πέτρα που τοποθετούνταν σε κάποιο σημείο του δώματος για να φεύγουν τα νερά ( ίσως από το ''αφήνω'' )

άφτω : ανάβω ( αρχ. αφή = άναμμα )

αχαΐρευτος (ο) : ο ανεπρόκοπος ( στερητικό α + ''χαΐρι'' / προκοπή )

αχαμνός (ο) : ο αδύνατος , ο ισχνός ( αρχ χαύνος = αδύνατος )

αχός (ο) : ο θόρυβος , ο ήχος

αχταρμάς : έκφραση που σημαίνει : ήρθαν τα πάνω κάτω ( τουρκ aktarmak = στο χωράφι φέρνω το κάτω χώμα πάνω κάτι σαν ανακύκλωση του χώματος )

αψύς (ο) : ο δριμύς ( αρχ αψίκορος = οξύθυμος

Β

βαβούνι (το) : το ζωύφιο ( παράφρασή του ''μαμούνι'' )

βάι βάι : επιφώνημα : αλίμονο ( τουρκ. vay )

βακαλάος (ο) : ο " μπακαλιάρος '' ( ισπανικά bacalao )

βακέτα (η) : χοντρό κατεργασμένο δέρμα, συνήθως μοσχαριού ( ενετ vacheta )

βαποράκι (το) : το σίδερο για το σιδέρωμα = μεταλλικό δοχείο με χοντρή βάση και καπάκι με χειρολαβή όπου μέσα τοποθετούνταν κάρβουνα ( ονομαζόταν έτσι λόγω σχήματος )

βαργιόμοιρος (ο) : ο κακομοίρης , αυτός που η μοίρα του επιφύλαξε μεγάλα βάρη

βάρδα : προειδοποίηση για κάποιο κίνδυνο ( ''φυλάξου'' , ''πρόσεχέ'' ) ( ενετ varda =πρόσεχε )

βάρδα μπένα : πρόσεχε πολύ ( βάρδα / varda / πρόσεχε + μπένα / ιταλ. ben / πολύ )

βάρδουλο (το) : δερμάτινη λωρίδα γύρω από το πέλμα του υποδήματος πάνω στην οποία ραβόταν η σόλα ( ενετ vardolo )

βασιλεμός (ο) : το ηλιοβασίλεμα

βατεύεω : για τα ζώα : γονιμοποιώ ( ελληνιστ βατεύω )

βεγγέρα (η) : βραδινή συγκέντρωση σε κάποιο σπίτι ( ιταλ vegghera )

βελζεβούλης (ο) : ο διάβολος ( εβρ be el zebh b = ο άρχοντας των μυγών )

βεντούζα (η) : μικρό γυάλινο δοχείο με ανοιχτό στόμιο , που αφού θερμανθεί το στόμιο του , προσκολλάται στην πλάτη του ασθενή για θεραπευτικούς λόγους ( ενετ ventosa )

βέργα (η) : λεπτό και ίσιο κλαδί καθαρισμένο από τα φύλλα ( ιταλ vegra )

βερεσέδια (τα) : η πίστωση ( τουρκ veresiye )

βιβίτακας (ο) : σαν βρισιά : ο χαζός

βιγλίζω : παρατηρώ ( από το ''βίγλα'' )

βιδέλο (το) : το μοσχάρι ( ιταλ vitello , τουρ videle = το κρέας ή το δέρμα του μοσχαριού )

βιζινές (ο) : η ζυγαριά ( ίσως λατιν. business = δουλειά , εργασία )

βίος : επίρρημα : πολύ

βίτσα (η) : λεπτή βέργα ( ενετ vitea , σλαβ. vitsa )

βλακέντιος (ο) : επίσημα και ειρωνικά ο βλάκας με την συγκριτική κατάληξη των λατινικών ''-έντιος''

βλογιοκομμένος (ο) : αυτός που έχει την ευλογία την αρρώστια

βοή (η) : η φασαρία ( αρχ. βοή )

βοή ντου νού μου : έκφραση που σημαίνει : αλίμονο μου ( βοή του νου μου )

βοή που μού ρθενε : έκφραση που σημαίνει : εάν είναι δυνατόν ( βοή που μου ήρθε )

Βόθροι (οι) : η Κόρωνος (αρχ. βόθρος = λάκκος )

βολή (η) : η σωστή μεριά ( αντίθετο = ανάποδη ) ( από το ''βολεύω'' )

βολοδέρνω : γυρίζω άσκοπα ( ίσως από το ιταλικό ''volta'' = περίπατος )

βολύμι (το) : το μέταλλο μολύβι ( αναγραμματισμός της λέξης )

βόσκα (η) : η εργασία του βοσκού

βουβαίνομαι : μου κόβεται η ομιλία , το βουλώνω ( εληνστ βωβός = άφωνος )

βούθουνας (ο) : ο βαθύς λάκκος

βούκινο (το) : μεγάλο κοχύλι που χρησιμοποιούσαν σαν κόρνα οι ψαράδες ( λατιν bucina )

βούκλα (η) : ο χαλκάς


βουλώ : γκρεμίζω ( από το βουλιάζω = αρχ. βολίζω )

βουρ : η ορμή ( τουρκ vour ) ( '' βουρ στο πατσά '' )

βουρλίζομαι : σαν έκφραση : κάνω σβούρες , κάνω ότι θέλω ( από το ''σβουρίζω'' ) ( '' μωρε δε πα να βουρλίζουντενε , εώ θα φύω '' )

βούτα (η) : η κλεψιά , η αρπαγή ( από το ''βουτώ'' = κλέβω , αρπάζω )

βουτάκι : έκφραση που σημαίνει πως κάτι είναι βρεγμένο ( από το ''βουτώ'' = βυθίζω )

βρέσιμο (το) : το αρχαίο αντικείμενο ( προϊόν αρχαιοκαπηλίας ) ( από το ''βρίσκω'' )

βριάζω : αναβλύζω ( αρχ. βρύω )

βροντοβουλώ : γκρεμίζω κάτι γρήγορα και κάνω πολύ θόρυβο ( βροντή + βουλώ / γκρεμίζω )

βρουκούακας (ο) : ο βρικόλακας ( βουλγ vikrolak )

βρωμοκοπώ : είμαι πολύ βρώμικος

βρωμοσοπλίζω : βρωμάω

βυζάντιο : χαρακτηρισμός για ένα πολύ καλό κρασί , όπως λέμε σήμερα ''νέκταρ'' ( δηλαδή κατάλληλο για να το ποιούν στο Βυζάντιο )

Γ

γάδαρος (ο) : το γαϊδούρι ( αραβ. gaidar = σκληρότητα , καταπίεση )

γαλακτίζω : μεταφορικά : ασβεστώνω ( από το γάλα λόγω του άσπρου χρώματος )

γαλανός (ο) : μεταφορικά : ο ξανθός , ο ανοιχτόχρωμος

γαλαρία (η) : υπόγεια στοά σε ορυχείο ( ενετ galaria )

γαλιφιά (η) : τα γλυκόλογα και καλοπιασίματα ( ιταλ. gaglioffo )

γαλόντζα (η) : η λαστιχένια μπότα ( ενετ galozza )

γαμπρίζω : ψάχνω ταίρι για γάμο ( από το αρχ. γαμβρός = γαμπρός )

γανώνω : επαλείφω με κασσίτερο χάλκινα μέρη ( ελληνιστ γανώνω = στιλβώνω )

γανωτζής (ο) : αυτός που γάνωνε / στίλβωνε τα χάλκινα αντικείμενα

γαριάζει : για τα ρούχα : από το κακό πλύσιμο παίρνουν κίτρινη απόχρωση ( από το αρχ. γάρος = η άρμη των παστών ψαριών )

γαριβάλδενα : σαν βρισιά : η ''λουσού''

γαρμπής (ο) : νοτιοδυτικός άνεμος ( ενετ garbin , τουρκ garbi )

γαρμπίλι (το) : ψιλό χαλικι ( ιταλ garbuglio = ανακάτωμα )

γαρμπώζικο (το) : το κομψό ( ιταλ garbo = κομψότητα )

γάτης (ο) : ο γάτος ( ελληνιστ κάττος )

γγίζω (1) : αγγίζω , ακουμπώ ( ελληνιστ αγγίζω = φέρνω κοντά )

γγίζω (2) : μεταφορικά : κλέβω

γδυτός (ο) : ο γυμνός ( από το αρχ. εκδύνω = γδύνω )

γερόντοι (οι) : οι γέροι ( αρχ. γέρων = ο γέροντας )

γιάε : σαν μόριο : κοίτα , να , δες ( για δες )

γιάντα : αιτιολογικός σύνδεσμος : γιατί

γιάνω : υγιαίνω , αποκτώ την καλή μου υγειά μετά από αρρώστια ή χτύπημα ( αρχ. υγιαίνω )

γιαπειδής : αιτιολογικός σύνδεσμος : επειδή ( αρχ. επειδή )

γιατροσόφια (τα) : τα πρακτικά φάρμακα και όχι με συνταγή γιατρού ( γιατρός + σοφία )

γινάτι (το) : το πείσμα ( τουρ inat )

γιόμα (το) : το γέμισμα ( από το ''γιομίζω'' )

γκαβός (ο) : ο αλλήθωρος ( ρουμαν. gavu , λατιν cavus = κοίλος , βυζαντ σκαμβός )

γκαβούακας (ο) : ο '' γκαβός ''

γκαγκaλώνω : κρυώνω τόσο πολύ που μένω ακίνητος ( από το ''κοκαλώνω'' = παθαίνω ακαμψία )

γκαζιέρα (η) : κινητή συσκευή μαγειρέματος που δούλευε με πετρέλαιο και αργότερα με γκάζι

γκαζοντενεκές (ο) : ο ντενεκές ( ίσως από το ιταλικό ''caso'' = πάθημα και το τούρκικο teneke = ντενεκές , δηλαδή χτυπημένος ντενεκές )

γκανιάζω : διψάω πολύ ( ίσως παράφραση του ''γανιάζω'' )

γκαρδιοκόβγομαι : μεταφορικά : τρομάζω ( κυριολεκτικά : μου κόπηκε η ''γκαρδιά'' )

γκαρίζω : για τους ανθρώπους : φωνάζω ( αρχ γαρύω = φωνάζω )

γκασκαρίκα (η) : η φάρσα , το πάθημα ( τουρκ kaskariko )

γκετσές (ο) : μαλλιά ή τρίχες ζώου μπλεγμένα ( τουρ kece )

γκιλότα (η) : η κιλότα , γυναικείο εσώρουχο ( γαλ cullot )

γκουντούλησε (του) : στραβοκάταπιε ( από το "κουτουλώ'' , με την έννοια πως κάτι μου κουτούλησε τον οισοφάγο )

γκρεμνοβολίζομαι : έπεσα ( εγκρεμνοβολίστικα )

γκρεμνός (ο) : ο γκρεμός ( από το αρχ. κρημνίζω = γκρεμίζω ) ( '' Καβαλάρης Εγκρεμνός '' )

γκρίφια (τα) : οι γκρεμοί , οι χαράδρες ( από το ''γκρεμνός'' )

γκωνιάζω : σπρώχνω στη γωνιά ή κάνω γωνία ( ελληνιστ γωνιάζω = τοποθετώ σε γωνία )

γλειμίτζουρας (ο) : σαν βρισιά : ο αδύνατος , ο ισχνός

γλήορης : επίρρημα τροπικό : γρήγορα ( ελληνιστ γρήγορα )

γλίδα (η) : η '' γλίτσα ''

γλίνα (η) : το λιωμένο λίπος του γουρουνιού ( αρχ γλίνη ) /Ψ

γλίτσα (η) : η βρωμιά ( αρχ γλίνη = λίπος κρέατος , βουλγ glinza , αρχ. εκλιστρώ = γυαλίζω)

γλυκάδι (το) : το ξίδι ( στα αρχαία γλυκάδι = ξίδι το ξίδι προέρχεται από το οξύς = με ξινή γεύση )

γνέφω : κάνω νόημα ( αρχ νεύω = κλίνω το κεφάλι προς τα εμπρός )

γνώρος (το) : η αναγνώριση ( από το αρχ. γνωρίζω )

γογγίλια (τα) : οι καρποί του χεριού( ίσως από το αγκύλη , επειδή ο καρπός όταν κινείται σχηματίζει αγκύλη )

γονικό (το) : χαρακτηρισμός κάποιας κληρονομιάς από τους γονείς

γόνυ (το) : το γόνατο (αρχ. γόνυ )

γουδί (το) : ξύλινο ή μεταλλικό σκεύος με τη μορφή χοντρού κυπέλλου όπου κοπάνιζαν διάφορα καρυκεύματα ( αρχ. υγδις )

γούλα (η) : το στομάχι ( λατ gula = το προγούλι )

γούπατο (το) : το χαμήλωμα του εδάφους ( γούβα + ''πάτος'' / πυθμένας )

γράδο (το) : όργανο μέτρησης της πυκνότητας του αλκοόλ στα ποτά ( ενετ grado )

γρουλώνω : στραβοκαταπίνω και μου κόβεται η αναπνοή

γυναικωτός (ο) : άντρας με θηλυκή / γυναικεία συμπεριφορά

γυροβολιά (η) : μία βόλτα σε κύκλο , συνήθως στο χορό

γυρουλιάζω : γυρίζω άσκοπα στους δρόμους

γύφτος (ο) : ο σιδηρουργός ( κυριολεκτικά ο αιγύπτιος , ο μελαψός )

Δ

δαρμός (ο) : το ξύλο , ο ξυλοδαρμός ( από το αρχ δέρω = δέρνω , χτυπώ )

δασονάρι (το) : το μικρό δάσος

δαυλίζομαι : κοιμάμαι από το μεθύσι ( από το ''δαυλί'' = μεθύσι )

δαχτύλι (το) : το δάχτυλο ( αρχ. δάκτυλος )

δεβόλι : επίρρημα διστακτικό : ίσως

δειαφαλιφή (η) : αλοιφή που έφτιαχναν για τη ψώρα , από ''δειάφι''(=θειαφι) , λάδι και ξίδι

δείλι (το) : το δειλινό ( ελληνιστ δειλινόν = το βραδινό φαγητό )

δέμα (το) : μεταφορικά : το χωράφι περιφραγμένο με τράφο ( κυριολεκτικά : ελληνιστ δέμα = συσκευασία αντικειμένων )

δεργάτης (ο) : ο αγροφύλακας

δέτης (ο) : το κορδόνι ( από το ''δένω'' )

δευτερώνω : επαναλαμβάνω , κάνω κάτι δεύτερη φορά

δηλαδής : μόριο : δηλαδή ( αρχ. δηλαδή )

δίαξη (η) : η διαγωγή , η συμπεριφορά

διαολε πάρεσε : έκφραση που σημαίνει : να σε πάρει ο διάολος

διαολίζω : εξοργίζω κάποιον

διαόλου κάλτσα : έκφραση που σημαίνει : ο πανέξυπνος , ο πανούργος

διαόλου τη μάνα (στου) : έκφραση που σημαίνει : κάπου πολύ μακριά

διάτανος (ο) : ο διάβολος ( διάβολος + σατανάς )

διβολιά (η) : η δεύτερη φορά

διδάχος (ο) : αυτός που ''διδάσκει'' / ανακοινώνει τα όσα , σύμφωνα με τον ίδιο , του φώτισε / είπε κάποιος άγιος στο όνειρο του

δικοκιασήματα (τα) : οι αντιδικίες , ο ανταγωνισμός ( ίσως δίκη + πιασίματα , δηλαδή πιάσανε / ξεκινήσανε τις δίκες )

δικός (ο) : ο συγγενής

διφορίζω : καρπίζω δυο φορές

δόδι (το) : το δόντι ( αρχ οδους )

δουλευτής (ο) : ο προκομμένος άνθρωπος

δουλιώ : δειλιάζω ( αρχ δειλιώ )

δουνέ λαβέ : έκφραση που σημαίνει : πάρε δώσε ( δίνω + λαμβάνω )

δρασκελιά (μία) : ένα βήμα ( δράση / κίνηση + σκέλια / πόδια )

δροσοπεζούλα (η) : πεζούλια δεξιά και αριστερά στα σοκάκια , όπου λόγω της θέσης τους τα διαπερνούσε δροσερός αέρας ( δροσιά + πεζούλι )

δρόσος (ο) : η υγρασία (αρχ δρόσος )

δώνω (1) : δίνω κάτι σε κάποιον ( αρχ. δίδω )

δώνω (2) : κατευθύνομαι κάπου ( '' δώνω πάνω γιάντα βιάζομαι '' )

Ε

έβγα (το) : η έξοδος ( από το βγαίνω )

έγκουσα (η) : η δυσφορία ( ενετ angossa = δυσκολία στην αναπνοή , δύσπνοια , αγκομαχητό ) ( '' έγκουσα σε βαστά '' )

εγρέος (ο) : βορειοανατολικός άνεμος ( ενετ grego )

εδάδα : χρονικό επίρρημα : τώρα

έηπα : τοπικό επίρρημα : εδώ

ειδεμή : επίρρημα τροπικό : ειδάλλως , αλλιώς ( αρχ. ει δε μη ) ( '' πάρτα όα ειδεμή μη πάρεις τίοτα '' )

ειτονιά (η) : η γειτονιά ( αρχ. γειτονία )
ελάδα (η) : η αγελάδα

ελεϊκό : μεταφορικά και ως επίρρημα : τίποτα ( από το ''έλεος'' )

ελεϊκό τσ' ελεημοσύνης : μεταφορικά και ως επίρρημα : απολύτως τίποτα

ελικία (η) : η ηλικία ( αρχ. ηλικία = ο χρόνος της ζωής )

ελώ : γελώ ( αρχ. γελώ )

εμ (1) : ως αντιθετικός σύνδεσμος : ε μα ( '' εμ ήτα άλλο ήθελες να κάμω ? '' )

εμ (2) : ως επιφώνημα : ε μα ( '' εμ! φυσικό ήτονε '' )

εμ (3) : ως συμπλεκτικός σύνδεσμος : εμ ( τουρκ. hem … hem ) ( '' εμ μου καθούσουνε στο ρεύμα εμ μου λες πως εκράωσες '' )

εμιλιά (η) : η ομιλία ( αρχ. ομιλία = συνανστροφή )

εμόζω : γεμίζω ( αρχ. γεμίζω = φορτώνω )

έμορφος (ο) : ο όμορφος ( αρχ. έμορφος )

έμπα έβγα : έκφραση η οποία σημαίνει σημαίνει : κάποιος μπαίνει και βγαίνει συνεχώς

εμπατούρα (η) : η είσοδος ( αρχ έμπασις = είσοδος )

έμπολη (η) : η αλλαγή πορείας του νερού μέσα στο ναό / χαντάκι ( από το ''εμβολίζω'' )

έννοια (η) : η σκέψη , η ανησυχία ( αρχ. έννοια )

εντιμότη (η) : η εντιμότητα ( αρχ. εντιμότης )

εξάπαντος : επίρρημα : οπωσδήποτε ( αχ εξ άπαντος = με οποιαδήποτε αιτία )

εξάψαλμος (ο) : μεταφορικά : το μάλωμα , η επίπληξη ( κυριολεκτικά : μια σειρά από έξι ψαλμούς στον όρθο ) ( '' ήκουσενε τον εξάψαλμο '' )

έξε : έξι ( αρχ. εξ )

εξόμου : επίρρημα : εκτός ( αρχ. εξόν ) /ΚΧ

εουτός : αντωνυμία δεικτική : ετούτος , αυτός ( αρχ. ούτος )

επά : τοπικό επίρρημα : εδώ

επειδής : αιτιολογικός σύνδεσμος : επειδή ( αρχ. επειδή )

επιδεξιότη (η) : η επιδεξιότητα ( αρχ. επιδεξιότις )

επίζαβος (ο) : σαν βρισιά : ο υπερβολικά βλάκας

επίφοβος (ο) : ο επικίνδυνος , αυτός που πρέπει να τον φοβάσε ( επί + φόβος )

επόφαα : απόφαγα , αποτέλειωσα το φαγητό μου

ερά : ως επίρρημα : γερά ( '' βάστα ερά '' )

έρμος (ο) : ο έρημος , ο μόνος , αυτός που δεν έχει βοήθεια ( '' τι 'χαν τα έρμα και ψοφούσαν '' ) ( αρχ. έρημος )

εροντοθυατέρα (η) : η γεροντοθυγατέρα , η γεροντοκόρη ( γέροντας + θυγατέρα )

ερπίζω : ελπίζω ( αρχ. ελπίζω )

εστρεμός (ο) : η επιστροφή ( από το ''στρέφομαι'' = κάνω στροφή στη πορεία μου )

ετότες : επίρρημα χρονικό : τότε ( αρχ. τότε )

ετού : τοπικό επίρημα : εκεί ( αρχ. αυτού = ακριβώς εκεί )

ετσά : επίρρημα τροπικό : έτσι ( αρχ ούτοσι )

ετώρα : χρονικό επίρρημα : τώρα ( ελληνιστ τώρα )

έχθρητα (τα) : οι έχθρες ( αρχ. έχθρα )

εώ : εγώ ( αρχ. εγώ )

Ζ

ζαβάργα (η) : η βλακεία , η ενέργεια του ''ζαβού''

ζαβλακώνομαι : ζαλίστηκα ( τουρκ zavalli = ο δυστυχής ) ( '' ζαβλάκωσενε ο ήλιος '' )

ζαέρης (ο) : ο εφοδιαστής στον οθωμανικό στρατό (τουρκ. ζαερές = εφόδιο )

ζαϊφιάζω : ζαλίζομαι

ζακίζω : υποχορώ

ζαμάνι : καιρός ως χρονική διάρκεια ( τουρκ. zaman )

ζάρω : συνιθίζω

ζάφτι : αντωνυμία αόριστη : τίποτα (τουρκ.zapti )

ζβάρνα : σύρσιμο ( σλαβ barna )

ζεματώ : ρίχνω ζεματιστό νερό κάπου ( ελληνιστ ζεματίζω = βράζω )

ζεμπίλι (το) : πλεχτό ψάθινο σακούλι ( τουρκ zempil ) ( σήμερα λένε και το σάκο από λάστιχο που κουβαλάν το σμυρίγλι )

ζένω : μυρίζω ( αρχ οζώ = βρομάω )

ζερζεβούλης (ο) : ο ''βελζεβούλης''

ζηαφέντη : το γλέντι ( ζωή + αφέντης , η ζωή του αφέντη = καλή ζωή ) /ΚΧ

ζήση (η) : η ζωή , ο βίος του ανθρώπου ( από το αρχ. ''ζω'' )

ζήτουλας (ο) : ο ζητιάνος ( από το ''ζητώ'' )

ζιζής (ο) : ο παλαβός

ζμπαράρω : πυροβολώ ( από το ''σμπάρος'' )

ζμπρωξά (η) : το σπρώξιμο

ζο (το) : το ζώο , συνήθως το κατσίκι ή το πρόβατο ( αρχ. ζώον )

ζόρι ζορινά : ως επίρρημα : με το ζόρι

ζούλα (στη) : έκφραση που σημαίνει : στα κρυφά

ζουρλομπαντιέρα (η) : μεταφορικά και σαν βρισιά : μουρλή , τρελή ( κυριολεκτικά : ζουρλή + μπαντιέρα )

ζούσινο (το) : προερχόμενο από το ζώο , από την κατσίκα

ζοχάδα (η) : η δυστροπία ( ελληνιστ εσοχάς )

ζυάζω : ζυγίζω κάποιο βάρος ( αρχ. ζυγίζω )

ζωντόβολο (το) : το ζώο γενικότερα

ζώνω : τυλίγω ( αρχ. ζώνυμι )

Η

ήπατα (τα) : το συκώτι ( αρχ ήπαρ )

ηρώο (το) : το μνημείο των πεσόντων / ηρώων στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες της Ελλάδας

ης (η) : η γη ( αρχ. γη )

ητέβγω : γητεύω = αποτρέπω το κακό με μαγικά μέσα ( αρχ. γοητεύω = μαγεύω )

Θ

Θαμάζω : θαυμάζω ( αρχ. θαυμάζω )

θαμπάγρα (η) : η θαμπάδα ( από το ''θαμπός'' )

θανατερός (ο) : ο θανάσιμος ( από το αρχ. θάνατος )

θαρρέβγομαι : θαρεύομαι = εμπιστεύομαι ( από το ''θαρρώ'' )

θαρρεμός (ο) : το '' θάρρος ''

θαρροπλανιέμαι : ξεγελιέμαι ( θαρρώ / έχω εμπιστοσύνη + πλανιέμαι / εξαπατούμαι )

θάρρος (το) : η εμπιστοσύνη ( αρχ. θάρρος = εμπιστοσύνη )

θαρρώ : νομίζω ( αρχ. θαρρώ = έχω εμπιστοσύνη )

θεάζω : μεταφορικά : εξοργίζομαι , βλαστημώ ( κυριολεκτικά : αρχ. εκθειάζω = λατρεύω το Θεό )

θέλημα (το) : η παραγγελιά , η επιθυμία ( αρχ. θέλημα )

θεολικό (το) : η πίστη κάποιου στο Θεό

θεούσα (η) : γυναίκα που παριστάνει την πολύ πιστή στο λόγο του Θεού

θεοφκησμένος (ο) : αυτός που έχει την ευχή του Θεού ( Θεός + ευκή / ευχή )

θεριακλής (ο) : ο μανιώδης καπνιστής ( τουρκ tiryak )

θερίδα (η) : κυβική βαθούλωμα εκ κατασκευής ενός τοίχου που χρησιμοποιούνταν σαν ντουλάπι ( αρχ. θυρις = πορτά , άνοιγμα )

θέρμη (η) : η ελονοσία ( επειδή η συγκεκριμένη αρρώστια ανεβάζει υψηλό πυρετό ) ΚΧ

θεσιάρω : θα σου κάνω κάτι κακό ( ίσως παράφραση του ''θερίζω'' )

θηλακούρι (το) : η θήκη ( από το ''θηλυκώνω'' )

θράψαλα (τα) : τα θρύψαλα = κομμάτια από κάτι που έσπασε ( αρχ θρύπτω = κομματιάζω )

θρέφω : εκτρέφω , ταϊζω , μεγαλώνω ( αρχ. θρέψω )

θρεψίνη (η) : το θρεπτικό εδεσμα , το γλυκό ( από το ''θρέφω'' )

θρονί (το) : ο θρόνος ( αρχ. θρόνος )

θρονιάζω : κάθομαι κάπου και δεν σηκώνομαι ( κάθομαι στο θρόνο )

θύμας : προστακτική του ''θυμάμαι'' ( = να θυμάσαι )

θύμηση (η) : η ανάμνηση ( αρχ. ενθύμησις )

θωρώ : βλέπω ( ίσως αρχ θεωρώ = κοιτάζω , παρατηρώ )

Ι

ιβατζοχάρτια (τα) : οι συνήθειες , τα χαρακτηριστικά

ιδικό (μου) : δικό μου ( ιδικό μας = δικό μας )

ίδρως (ο) : ο ιδρώτας ( αρχ. ιδρώς )

ιλάμι (το) : απόφαση για το τέλος / θάνατο ενός ζώου

ιμπρέτι (το) : το ''γινάτι'' ( ίσως από το ιταλικό brio = μεγάλη ζωτικότητα )

ίντο : είναι

ίσα : ναυτικό πρόσταγμα για το σήκωμα των πανιών σε ιστιοφόρο ( ενετ issa )

ισάζω : ισιώνω

ισκιάδι (το) : το σκιερό μέρος

ισοπατερό (το) : το ίσιο μονοπάτι ή οποιαδήποτε επίπεδη επιφάνεια ( ίσιος + πατάω )

ιστορώ : λέω ιστορίες , εξιστορώ ( αρχ ιστορώ )

ισωματιάζω : ισοπεδώνω ( ίσος + μάτι , δηλαδή κάνω μια επιφάνεια να φαίνεται ίσια στο μάτι )

ιτσικό (το) : το κατσικίσιο κρέας

ίχνος (το) : η μηδαμινή ποσότητα ( αρχ. ίχνος ) ( '' τό φαενε όο , ίχνος δεν ήφηκενε '' )

Κ

καβαλικέβγω : καβαλικεύω = καβαλάω ένα ζώο ( ενετ caballic = ανεβαίνω στη ράχη του αλόγου )

καβαλίνα (η) : περιττώματα του γαϊδάρου η του μουλαριού ( ενετ cavallina )

καβανός (ο) : πήλινο δοχείο με χέρια και καπάκι ( τουρκ kavanoz = δοχείο )

καγιαντώ : μπορώ να περιμένω ( έχω υπομονή , από το ''αγάντα'' )

καζανάτορας (ο) : ο υπεύθυνος του καζανιού στο ρακιντζό

καζάντι (το) : κέρδος (τούρκ kazanmak = κερδίζω )

καθιζώνω : κάθομαι

καθοίκι (το) : το δοχείο για το κατούρημα ( από το αρχ κωθων = μεταλλικό κύπελο )

καϊλι (το) : το μαύρο ή οτιδήποτε έχει χρώμα καμμένου ( από το ''καίω'' )

κακαρώνω : πεθαίνω ( αρχ καρόω = πέφτω σε λήθαργο )

κακοκαρντίζω : κακοκαρδίζω = προκαλώ στεναχώρια ή δυσαρέσκεια με κάποια ενέργεια μου ( κακό + καρδιά )

κακολάτης (ο) : ο επιπόλαιος ( ίσως κακός + λάχη / λαχείο / τύχη , δηλαδή ο κακότυχος )

κακοχράει : κακό να πέσει ( κακό + χρειά / ανάγκη )

κακώς του κάκου : έκφραση που σημαίνει : κακήν κακώς

καλαφατίζω : κάνω έρωτα ( λατιν. calafato )

καλαφατίζω (2) : φράζω με πίσσα τα κενά ενός βαρελιού ( αραβ. galfat )

καλές κιουράδες (οι) : μεταφορικά : οι νεραιδες ( καλές + κυρίες )

κάλμα : η μπονάτσα ( ναυτικός όρος ) ( ιταλ calma = νηνεμία )

καλύκια (τα) : τα παπούτσια ( αρχ. κάλυξ = περίβλημα )

καματερή : εργάσιμη ημέρα , καθημερινή ( από το ''κάματος'' )

κάματος (ο) : η κόπωση που δημιουργείται από την καθημερινή εργασία ( αρχ κάματος από το αρχ. κάμνω = δουλεύω )

καμιζόρα (η) : η πουκαμίσα ( ενετ camisola )

καμπινές (ο) : η τουαλέτα , το αποχωρητήριο ( γαλ cabinet )

καντούνι (το) : η εξωτερική γωνία του σπιτιού ( ενετ canton = σοκάκι )

καούζα (η) : το κάψιμο ( από το ''καίω'' )

καπάρο (το) : η προκαταβολή ( ιταλ caparra )

καπάτσος (ο) : ο δραστήριος , ο ικανός , το παληκάρι ( ιταλ capac )

καπίστρι (το) : το χαλινάρι του γαϊδάρου ( ενετ capistrum )

καπλαντίζω : καλύπτω , επενδύω ( τουρκ kaplad )

καραμπουζουκλής (ο) : ο λεβέντης ( τουρκ. kara = μαύρο + τουρκ. bozuk = μουσικό όργανο )

καρατάρω : υπολογίζω ( ιταλ caratar )

καρβουνήθρα (η) : το κάρβουνο ( λατιν. carbo )

κάργα : επίρρημα ποσοτικό : πολύ ( ενετ carga = γεμάτο )

καρτερώ : περιμένω , υπομένω ( αρχ. καρτερώ )

κασίδης (ο) : μεγάλη μαύρη σαύρα ( ενετ cassis = γυαλιστερό κράνος - επικάλυψη )

καταής : ως επίρρημα τοπικό : στο έδαφος ( κάτω + γη )

κατελύω : καθαρίζω το χωράφι από τις πέτρες

κατσιάζω : ζαρώνω ( από το ενετικό cat = γάτα δηλαδή η ενέργεια της γάτας όταν φοβάται και κάθεται ήσυχη)

κατσίβελος (ο) : ο γύφτος ( βλάχικα cacivel )

κατσούλα (η) : η γατούλα ( λατιν. catta = γάτα )

καύκαλο (το) : το κρανίο ( αρχ. καύκαλον = κύπελλο )

καυκουλιά (η) : η καυχησιά ( από το ''καυχιόμαι'' )

καύω : καίω ( αρχ. κάυσις = το κάψιμο )

καψώνω : ζεσταίνομαι πολύ ( από το ''κάψα'' )

κειτάζω : είμαι ξαπλωμένος , κοιμάμαι ( αρχ. κείμαι )

κείτομαι : είμαι ξαπλωμένος , κοιμάμαι ( αρχ. κείμαι )

κενώνω : εκκενώνω , αδειάζω ( αρχ. κενώνω )

κερεστές (ο) : η κατάλληλη πέτρα για την κατασκευή ενός ασβεστοκάμινου ( τουρ kereste = οικοδομικό υλικό )

κεφαλοποδιά (η) : το κεφάλι , τα εντόσθια και τα πόδια του σφαγμένου ζώου

κιαπέκιο : επίρρημα χρονικό : έπειτα ( και από εκεί )

κινώ : αρχίζω να κινούμαι , ξεκινώ ( αρχ. κινώ )

κιτάπι (το) : το έγγραφο ( τουρκ kitap )

κλαβανή (η) : η πόρτα σε πάτωμα η στέγη για υπόγειο η πατάρι αντίστοιχα ( σλαβ klavanije )

κλειδωσά (η) : η κλείδωση = η άρθρωση των οστών ( ελληνιστ κλείδωσις )

κλήδονας (ο) : έθιμο κατάλοιπο της διονυσιακής λατρείας προσαρμοσμένο σε χριστιανική γιορτή αλλά με καθαρά προφητικά και μαντικά χαρακτηριστικά ( αρχ. κλήδον = μαντικό σημάδι )

κλοτσοβολλώ : ρίχνω κλοτσιές ( κλοτσιά + αρχ. βάλλω = ρίχνω , πετάω βλήματα )

κλύφι (το) : η μαξιλαροθήκη ( αρχ κελύφιον )

κλώθω : κάνω κάτι επίμονα ( αρχ. κλώθω )

κοιλίτσωνας (ο) : αυτός που έχει μεγάλη κοιλιά

κολλητάρανος (ο) : όμορος σε ακίνητο , ο γείτονας ( ενετική ορολογία ) ( από το αρχ. κολλώ )

κομό (το) : ξύλινο έπιπλο με συρτάρια ( ιταλ como )

κομπανία (η) : μουσικό συγκρότημα , μουσική συντροφιά ( ιταλ compagnia )

κομπαράκι : επίρημα : λίγο υγρό ( κόμπος = η ελάχιστη ποσότητα ενός υγρού )

κομποδελιαζμένος (ο) : δεμένος με κόμπους

κόνιζμα (το) : το εικόνισμα ( αρχ. εικών )

κοντοκλότσης (ο) : σαν βρισιά : αυτός που είναι πολύ κοντός ( κοντή + κλοτσιά )

κοντώ : τολμώ ( από το ''κοτάω'' = τολμώ )

κορμαλιά (η) : το κορμί , το σώμα του ανθρώπου ( αρχ. κορμός )

κορτεζάρω : κάνω κόρτε , φλερτάρω ( ιταλ corte = φλερτ )

κόρυζα (η) : λοιμώδης ασθένεια των πουλερικών που τους φέρνει δίψα ( αρχ. κόρυζα )

κότσι (το) : αστράγαλος ( ελληνστ κόττος )

κουβαλητής (ο) : χαρακτηρισμός του συζύγου που φέρνει / κουβαλάει τα προς το ζην στο σπίτι

κουβεντολόι (το) : η ''κουβέντα'' , το κουτσομπολιό

κουδουνώνω : βάζω κουδούνια στα ζώα

Κουή Ντεντές : ο μπαμπούλας ( οι φιλωτίτες λένε στα παιδιά πως κατοικεί στη Σπηλιά του Ζα )

Κουμάσι (το) : κοτέτσι ( αρχ κοιμάσιον των ορνίθων = οίκημα των ορνίθων )

κουμπές (ο) : ο τρούλος ( τουρκ kubbe )

κουμπουασίδι (το) : χορευτικη φιγουρα

κουντιότο (το) : στοφή δρόμου

κουντουβερνιά (η) : η συνιδιοκτησία ενός κτήματος ή να έχει άλλος το κτήμα και άλλος τα δέντρα που έχει μέσα το κτήμα ( ίσως ιταλ condutto vernari = έμμισθος υπάλληλος )

κουρελού (η) : υφαντό χαλί , φτιαγμενο από κουρέλια

κουσεάρω : κουτσομπολεύω , κάνω κουσκους ( τουρκ kuskus )

κράιτα (τα) : τα κρύα , το ψύχος ( αρχ. ως ουσιαστικό το κρύος = η παγωνιά )

κραώνω : κρυώνω ( αρχ. κρυώνω )

κρεβαταριά (η) : ο αργαλειός

κρεβατοστρώσα (τα) : τα κλινοσκεπάσματα ( κρεβάτι + στρώνω )

κρησάρα (η) : σύρμα σε δικτυωτή ύφανση που χρησίμευε στο κοσκίνισμα του αλευριού ( αρχ. κρησέρα )

κρίμας : ως επίρρημα : κρίμα , ατυχία

κριταριαζομαι : στερουμε , βασανιζομαι

κυπραίος (ο) : αυτός που κατάγεται από τη Κύπρο ( '' κυπραίικο γαδούρι '' )

κωοσαύρα (η) : κωλοσαύρα = μεταφορικά : η ανησυχία ( κώλος + σαύρα , δηλαδή έχει σαύρα στο κώλο )

Λ

λαβομάνα (η) : έπιπλο με καθρέπτη , τύπο νιπτήρα και συρτάρια ( αλβ lavamani )

λαβώνω : πετυχαίνω το στόχο & τραυματίζω

λαβωστής (ο) : ο εύστοχος , αυτός που ξέρει καλά να λαβώνει με το ''τόξο'' του

λαγαρό (το) : η κοιλιά του μουλαριού ( αρχ. επίθετος λαγαρός = χαλαρός )

λάδι (το) : μεταφορικά : η ευκοιλιότητα ( κατάρα : '' ω που να σε πάει λάδι '' )

λαήνα (η) : είδος πήλινου δοχείου ( ενετ laghna , αρχ λάγυνος )

λακίζω : τρέπομαι σε φυγή ( ελληνιστ γλακώ = τρέχω )

λακκίζω : ανοίγω λάκκο γύρω από την αμπελόριζα

Λάμια (η) : σαν βρισιά : η στρίγγλα ( αρχ λάμια = ο μπαμπούλας της εποχής )

λαμπίκο : καθαρά ( από το λάμπω , αρχ άμβυξ = καθετί καθαρό )

λαντουρώ : καταβρεχω

λάου λάου : σιγά σιγά

λαρδί (το) : λίπος , κυρίως χοιρινό , που διατηρείται και καταναλώνεται παστό η καπνιστό ( ελληνιστ επίθετο λάρδος , λατιν. lardum )

λάσκα : ως επίρρημα : χαλαρά ( ενετ lasco )

λατάκι (το) : η σανίδα ( τουρκ lata )

λαφάζω : λαχανιάζω ( αρχ λαφύσσω = ρουφώ άπληστα και ασθμαίνω )

λαχαίνω : τυχαίνω ( αρχ. λαγχανω )

λεβάντες (ο) : ο ανατολικός άνεμος ( ιταλ levante )

λεημένο (το) : το ειπωμένο ( από το ''λέω'' )

λείβγω : έχω έλλειψη σε κάτι ( αρχ. λείπω )

λέλεκας (ο) : ψηλός ( τουρκ leylek = πελαργός )

λέτσος (ο) : άνθρωπος κουρελής και βρώμικος ( ιταλ lezzo = βρώμα )

λιανά : ως επίρρημα : κατανοητά , με περισσότερη λεπτομέρεια ( κυριολεκτικά :
λεπτά ) ( '' για κάντα πιο λιανά γιάντα δε κατάλαβα Χριστό '' )

λιβανό (το) : το γκρίζο ( το χρησιμοποιούσαν κυρίως για τα ζώα )

λιγώνω : πεινάω , λιγουρεύομαι ( ελλην ολιγώ )

λίλερη (η) : η ιλαρά

λιματίζω : τρυπάω ένα ζώο , με λίμα ή κάποιο αιχμηρό αντικείμενο , για να προχωρήσει

λιξέβγουμαι : λιξεύομαι , λιγουρεύομαι

λιοπύρι (το) : όταν ο ήλιος είναι ψιλά ή η πολύ ζέστη ( ήλιος + πυρ / φωτιά )

λιόρισε : ανέβηκε ο ήλιος ψηλά

λιούρα (η) : η λιγούρα ( από το λιγώνω , αρχ. ολιγώ = στεναχοριέμαι )

λισιναρίζω : καταβρέχω

λοάται (ήντα) : ως έκφραση : '' ήντα λοάται " = τι γίνεται ? ( τι λογάς = τι λες )

λογιέμαι : θεωρούμαι ( κάνουν λόγο για μένα )

λογκός (ο) : ο μεγάλος φυσικός λάκκος με νερό

λοής λοής : ως επίρρημα : διάφορα είδη ( λογιών - λογιών )

λόρδα (η) : η πείνα ( ενετ lorda )

λούκι (το) : η υδρορροή ( τουρκ oluk )

λουλάκι (το) : κυανή χρωστική ύλη που χρησιμοποιείται στο πλύσιμο των λευκών ρούχων ( αραβ lilak )

λουρί (το) : ο ιμάντας , η ζώνη ( λατιν lorum )

λούσα (τα) : οι πολυτέλειες ( ιταλ lusso )

λυσσακά (τα) : οι αφροί που βγάζει ένα λυσσαζμένο ζώο

λυσωδία (η) : πολύ δυσάρεστη μυρωδιά ( παράφραση του αρχ. δυσωδία )

λωλαίνομαι : τρελαίνομαι ( αρχ. λώλλυμαι = καταστρέφομαι )

Μ

μαγαντζές (ο) : η αποθήκη μέσα στο σπίτι ( ενετ magazin = κατάστημα )

μαγάρι : επιφώνημα : μακάρι

μαγαρίζω : μολύνω ( εβρ megarah )

μαγκάλι (το) : είδος σόμπας ξεσκέπαστης με κάρβουνα ( τουρκ mangal )

μάγκανα (τα) : μεγάλες πλάκες για να στραγγίζουν τη στροφιλιά ( αρχ μάγκανον =

μηχανισμός που με τη δύναμη του ανθρώπου συσφίγγει κάτι )

μαγκάνι (το) : χειροκίνητος η κινούμενος από ζώο , μηχανισμός για την άρδευση του νερού από κάποιο πηγάδι ( αρχ μάγκανον )

μάγκου : μεταφορικά ως επίρρημα : τουλαχιστον ( κυριολεκτικά : προστακτική του ''μαγκανίζω'' )

μαζοχορτιά (η) : το μάζεμα των φαγώσιμων αγριόχορτων

μαζωμός (ο) : εκεί που συγκεντρώνουν τα ζώα για το άρμεγμα ( από το ''μαζώνω'' )

μαθές : μεταφορικά ως επεξηγηματικό , ερωτηματικό ή βεβαιωτικό μόριο ( κυριολεκτικά : προστακτική του μαθαίνω ) ( '' ο πάππος σου , ο παπάς μαθές '' , '' ήντα μαθές θα τονε κάμεις '' )

μάινα : έκφραση , εντολή για χαλάρωμα ( ναυτικός όρος ) ( ενετ maina )

μαΐστρος (ο) : βορειοδυτικός άνεμος ( ενετ maistro )

μαϊτζάρω : τρεφω , φροντιζω

μακαράς (ο) : ο τροχός της τροχαλίας αλλά και η κουβαρίστρα ( τουρk. makara )

μάκρος (το) : το μήκος ( αρχ. μάκρος )

μάλαξες (οι) : τα ίχνη ποδιών ανθρώπου η ζώου , οι πατημασιές ( αρχ. μαλάσσω = πιέζω κάτι με τα χέρια και του δίνω μορφή )

μάλε βράσε : μεταφορικά : ο πανικός , ο τσακωμός ή η φασαρία ( ίσως από παράφραση του βάλε βράσε )

μαμακώνω : μελανιάζω σε κάποιο σημείο του σώματος μου από κάποιο χτύπημα ( ίσως από το ''μαλακώνω'' )

μαμή (η) : γυναίκα που ασχολείται επαγγελματικά με το να βοηθά γυναίκες να γεννούν ( αρχ. μάμμη = μητέρα )

μάνι – μάνι : γρήγορα ( ιταλ di mano in mano = από χέρι σε χέρι & mena le mani = κούνα τα χέρια γρήγορα )

μαντάρω : επιδιορθώνω τα φθαρμένα σημεία ενός υφάσματος , μπαλώνω ( ιταλ mendar =διορθώνω )

μαντάτο (το) : η είδηση ( ενετ mandat )

μαντζάρω : '' ρομαντζάρω ''

μαντιλοδένω : μεταφορικά : χτυπάω κάποιον τραυματίζω ( κυριολεκτικά : δένω κάποιον τραυματία με μαντίλι )

μαξούλι (το) : η ομάδα , πολλά μαζί ( λατιν maximum = μέγιστο )

μαούνα (η) : πλοίο χωρίς καρίνα για τη μεταφορά της σμυρίδας από το λιμάνι στο πλοίο ( τουρκ mavuna )

μαράζι (το) : ο καημός ( τουρκ maraz = αρρώστια )

μαραφέτι (το) : το εργαλείο ( τουρκ marifet )

μαρχαμάς (ο) : μάλλινη υφαντή ολόσωμη φόρμα για το μωρό

μασά (η) : εργαλείο που χρησιμοποιείται στο τζάκι ή στο καμίνι του σιδερά ( τουρκ masa = τσιμπίδα )

μάσκουλο (1)(το) : ο ''μεντεσές'' { από το αρχ. μασχάλη ( = η σύνδεση του βραχίονα με τον υπόλοιπο ανθρώπινο σκελετό ) λόγω της ομοιότητας στη κίνηση }

μάσκουλο (2)(το) : αντικείμενο , σαν ποτήρι , κατασκευασμένο από χυτό χοντρό μέταλλο το οποίο γέμιζαν με μπαρούτι και το έσκαγαν μέσα από το έδαφος

μαστραπάς (ο) : μπακιρένια κανάτα νερού ( τουρκ masrapa )

ματσαρίζω : χτυπώ το χέρι μου , το μαγκώνω

μαχραμάς (ο) : μικρή κουβέρτα ( μικρό + χράμι / κουβέρτα )

μεγαλύνω : μεγαλώνω

μέγκλα : χαρακτηρισμός για οτιδήποτε ( άνθρωπο ή αντικείμενο ) πολύ καλής ποιότητας

μέλες (οι) : είδος κρυοπαγήματος , το οποίο εμφανίζει στο επάνω μέρος των δακτύλων πρήξιμο και ανυπόφορο πόνο

μελίγγια (τα) : τα μηνίγγια , οι κρόταφοι ( αρχ μήνιγξ )

μελίνταγκας (ο) : το μυρμήγκι ( πληθυντικός μελιντάκοι ) ( ίσως από το ''μέλι'' , δηλαδή τα τραβάει και πάνε στο μέλι ή σε οτιδήποτε γλυκό )

μενιάζω : λερώνω , πασαλείβω ( ίσως από το αρχ. μίασμα = μόλυνση )

μενούτο (το) : το λεπτό της ώρας ( ιταλ minuto )

μερδί (το) : το μερί , ο μηρός ( ελληνστ μήριον )

μερδικό (το) : το μερίδιο ( συνήθως χρησιμοποιούνταν για το μερίδιο σε κάποιο ορυχείο ) ( ελληνιστ μερίδιον = μικρό μέρος )

μερμήγκιά (η) : μικρό σαρκώδες εξόγκωμα στο δέρμα των χεριών ή των ποδιών του ανθρώπου ( λεγόταν έτσι λόγω σχήματος που έμοιαζε με την μυρμηγκοφωλιά )

μεσακός (ο) : ο γεμάτος μέχρι τη μέση

μηνώ : στέλνω μήνυμα , ειδοποιώ ( αρχ. μηνύω = αποκαλύπτω )

μιλησός του μιλησού : μεταφορικά : " δεν έχει μιλησό του μιλησού '' = δεν ακούει τίποτα

μοιράσι (το) : η μοιρασά

μόμολο (το) : ο γέρος ή το μικρό παιδί , σαν βρισιά όμως ( ιταλ mommolo )

μόστρα (η) : η βιτρίνα (λατιν mostra )

μούλικο (το) : νόθο παιδί ( ενετ mulus = νόθος - ημίονος )

μπαϊρντισα : εξανλήθηκα , βασανίστικα , κουράστικα ( τουρκ. bayild )

μπαλαούρο (το) : η φυλακή ( ιταλ. ballauro )

μπαμπέσης (ο) : ο ύπουλος ( αλβαν pabes )

μπαξίσι (το) : το φιλοδώρημα ( τουρκ bahsis )

μπασκανία (η) : η βασκανία , το ''μάτι'' ( αρχ. βασκανία )

μπασκίνας (ο) : ο χωροφύλακας ( τουρκ baskin )

μπάστακας (ο) : αυτός που μένει , ενοχλητικά , ασάλευτος

μπαστούρα (η) : σχοινί που δένουν το μπροστά με το πίσω πόδι ενός ζώου για να μη
μπορεί να περπατήσει ( από το βαστώ ^ βαστούρα )

μπατζανέμι (το) : η '' απανεμιά ''

μπελτές (ο) : ο τοματοπολτός ( τουρ pelte )
μπερντές (ο) : η κουρτίνα ( τουρκ. perde )

μπιτ : αόριστη αντωνυμία : τίποτα ( τουρκ bit )

μπλεάρω : πεθαίνω από τη πείνα

μπλέχτρι (το) : η τρικλοποδιά ( από το αρχ. μπλέκω = μπερδεύομαι σε κάτι )

μπουγάζι (το) : το ρεύμα αέρα ( τουρκ bogaz )

μπουξαδόρος (ο) : αυτός που παίζει μποξ

μπριάδι (το) : βαθιά και απότομη ρεματιά

μπώθω : σπρώχνω ( από το αρχ. απωθώ )

μυγιάζομαι : είμαι πολύ ευεραισθητος ( από την αντίδραση της μύγας όταν νιώσει κίνηση )

Ν

ναίσκε : καταφατικό μόριο : ναι

νάμι (το) : η ανάμνηση , η υστεροφημία ( από το ανάμνηση )

ναός (ο) : αυλάκι για το νερό στα περιβόλια ( αρχ νάμα = τρεχούμενο νερό , νάω = τρέχω - πλέω )

νάσου : έκφραση που σημαίνει : εμφανίστηκε κάποιος ή κάτι ( το μόριο να + εσύ )

νατα μας : έκφραση που σημαίνει : εάν είναι δυνατόν

νέμα (το) : το νόημα , το γνέψιμο ( αρχ νεύω = κλίνω το κεφάλι προς τα εμπρός )

νερουμπλίτης (ο) : αυτός που πίνει πολύ νερό ( ίσως νερό + πνίγω , δηλαδή πνίγεται από το πολύ νερό )

νετάρω : εξαντλούμαι ( ενετ netar )

νευροκαβαλίκεμα (το) : η ψύξη , το στραβολαίμιασμα ( νεύρο + ''καβαλικεύω'' / καβαλάω )

νευρόσπασμα (το) : ο νευρικός άνθρωπος , αυτός που σου σπάει τα νεύρα

νέφαμα (το) : η επανεμφάνιση ( ανε + φαίνομαι )

νημα (η) : λεπτό σύρμα η μεταλλικό αντικείμενο με το οποίο τρυπούσαν τα ζώα για να περπατήσουν

νίδρως (ο) : ο ιδρώτας ( αρχ. ιδρώς )

νιονιό (το) : το μυαλό ( ιταλ gnogno = ο άμυαλος )

νιοτόπι (το) : το νέο χωράφι που δημιουργείται σε κάποια πλαγιά ( νιο / νέο + τόπος )

νιτερέσο (το) : το συμφέρον ( ιταλ. Interesso ) /Ψ

νοσσού (η) : ο χώρος όπου κλωσσούν οι κότες ( αρχ. νεοσσος = κοτοπουλάκι )

νοτίζω : υγραίνομαι (αρχ νοτίζω )

νοώ : καταλαβαίνω , κατανοώ (αρχ νοώ )

νταβράντησα : είμαι γεμάτος ζωντάνια ( τουρκ davranmak = στέκω στα πόδια μου )

ντάλα : το κορύφωμα ( τουρκ dal = ακριβώς)

νταμιτζάνα (η) : γυάλινο δοχείο περιτυλιγμένο από ψάθα ( ενετ demegiana )

νταμονάς (ο) : η αρρώστια συμφόρεση ή η συγκοπή ( ίσως λατίν. daemon , αρχ. δαίμων = το πνεύμα του κακού )

νταμπλάς (ο) : η συγκοπή , η αποπληξία ( τουρκ. damla )

νταντανίζομαι : τρέμω ( αρχ τανταλίζω )

ντερλικώνω : τρώω πολύ ( τουρκ dirlik )

ντετζερέδια (τα) : τα κατσαρολικά (τουρκ. tencer = κατσαρόλα )

ντουγρού : εμπρός γρήγορα και σωστά ( τουρκ dogru = σωστά )

ντουζένι (το) : η αρμονία ( τουρκ duzen )

ντουλουμάδες (οι) : οι ντολμάδες ( τουρκ dolma )

ντουνιάς (ο) : ο κόσμος ( τουρκ dunya )

ντουράς (ο) : υφασμάτινο σακίδιο για την πλάτη ( & ντουράδι ή ντουραδάκι ) ( τουρκ torbas )

ντράβαλα (τα) : οι μπελάδες ( ιταλ travaglia = βασανιστική δουλειά )

ντριμπιδώ : χτυπιέμαι

νυχτωδίες (οι) : οι καντάδες ( νύχτα + ωδή )

νώμος (ο) : ο ώμος

Ξ

ξαθομπάμπουρας (ο) : μεταφορικά : αυτός που έχει πολύ ξανθιά μαλλιά ( ξανθός + μπάμπουρας / έντομο )

ξαλλάζω : αλλάζω

ξαμώνω : πλησιάζω ( λατ exam = ζυγίζω , εξετάζω προσεκτικά )

ξαναμωράθηκε : έχασε το μυαλό του ( παλιμπαιδισμός ) ( ξανά + ''μωραίνομαι'' )

ξανανοίωμα (το) : η επανεμφάνιση ( ξανά ανοίγω )

ξανοίω : κοιτάζω ( ίσως από το ξε + ανοίγω με την έννοια του ''ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω'' )

ξαντό (το) : το κουρέλι ( από το ''ξάνω'' )

ξαορεύω : εξομολογούμαι ( ξε + αγορεύω / μιλάω στην αγορά )

ξαποσταμός (ο) : η ξεκούραση ( από το ξαποσταίνω )

ξάσου : έκφραση που σημαίνει : κάνε κάτι με την κρίση σου

ξεβαβουλίζω : τρώω το κρέας μέχρι το μεδούλι / βαβούλι ( ξε + ''βαβούλι'' )

ξεθεώνω : κουράζω , εξαντλώ ( ξε + θεός , δηλαδή κουράζω κάποιον τόσο που φεύγει από μέσα του και ο Θεός )

ξεκουμπίδια (στα) : έκφραση που σημαίνει : μακριά , στα τσακίδια ( ίσως ξε + σκουπίδια )

ξεκουτιαίνω : χάνω τα λογικά μου ξαναμωραίνομαι , γίνομαι κουτός

ξεκρεμανταλάς (ο) : ο απεριποίητος στο ντύσιμο , αυτός που του κρέμονται τα ρούχα (

ξε + κρεμάω )

ξεμαδερώνω : κατστρέφω ή αποσυναρμολογώ ( κυριολεκτικά = ξε + ''μαδέρι'' = βγάζω τα μαδέρια / τα ξύλα μιας κατασκευής )

ξεμασκαλίζομαι : βγάζω το χέρι μου ( ξε + ''μασκάλη'' / μασχάλη )

ξεμερδίζομαι : βγάζω τα πόδια μου ( ξε + ''μερί'' / μηρός )

ξεμπροστιάζω : αποκαλύπτω τα μυστικά κάποιου ( ξε + εμπρός )

ξενικοί (οι) : αυτοί που κατάγονται από το χωριό αλλά μένουν αλλού και έρχονται για διακοπές

ξενομπασάρης (ο) : ο φιλοξενούμενος ( ξένος + ''αμπασά'' = ξένος στην είσοδο )

ξεπαπαλίζω : σκοτώνω , τελειώνω κάτι ( ξε + παπαλίζω / παύω )

ξεπορτίζω : βγαίνω έξω ( ξε + πόρτα , δηλαδή βγαίνω έξω από την πόρτα )

ξεσηνερίζομαι : δίνω υπερβολική σημασία σε κάτι όχι τόσο σημαντικό ή ενοχλούμαι από κάτι όχι τόσο σημαντικό ( ελλην σηνερίζομαι )

ξεσφοντιλιάζω : ''ξεκοκαλίζω'' ( ίσως ξε + σφόνδυλος / σπόνδυλος )

ξετελέματα (στα) : στα τελευταία ( ξε + τέλος )

ξετωνώ : ξεκινάω

ξεύρω : ξέρω

ξι (το) : το οξί , η προεξοχή ( από το αρχ. οξύς = μυτερός , αιχμηρός )

ξόανο (το) : σαν βρισιά : για κάποιον άσχημο ( αρχ ξόανον = ξύλινο ομοίωμα )

ξύση (η) : ο ερεθισμός , το ξύσιμο

ξωθιά (η) : η νεράιδα

ξώμαχος (ο) : ο βιοπαλαιστής ( κυριολεκτικά : αυτός που μάχεται έξω )

Ο

οβολός (ο): το μικρό χρηματικό ποσό ( στην Αρχαία Ελλάδα οβολός = υποδιαίρεση της αττικής δραχμής )

οβραίος (ο): ο εβραίος

όθε : επίρρημα : εκεί όπου , απ' όπου ( αρχ. όθεν )

ολίσθια (στα) : μεταφορικά : λίγο πριν το θάνατο ( από το ''ολισθαίνω'' = κατρακυλώ , γλιστρώ )

ομοιάδι (το) : το όμοιο

όμπιο (το) : το πύο ( αρχ πύον )

όνειδος (το) : ότι ντροπιάζει τον άνθρωπο δημόσια και σε μεγάλο βαθμό ( αρχ. όνειδος )

ονειρευάμενος (ο) : αυτός που φωτίζετε , που βλέπει όνειρα θρησκευτικού και προφητικού περιεχομένου

όντας : χρονικός ή υποθετικός σύνδεσμος : όταν (αρχ όταν )

όξω : επίρρημα : έξω ( αρχ έξω )

οργιά (η) : μονάδα μετρήσεως μήκους 1 οργιά = 1,85 μέτρα ( περιπού όσο το άνοιγμα και των δύο χεριών )

ορέγομαι : λιγουρεύομαι , έχω όρεξη για κάτι

οριά (η) : η ουρά ( αρχ ουρά )

ορμηνέβγω : ορμηνεύω = ερμηνεύω ( αρχ ερμηνεύω )

ορμήνια (η) : η ερμηνεία , η συμβουλή ( από το ''ορμηνευω'' )

όρνιθα (η) : η κότα ( αρχ όρνις )

ορπίδα (η) : η ελπίδα ( από παράφραση ελπίδα / ερπίδα / ορπίδα )

όρσε : πάρε ( αρχ ορίζω - ορίστε )

όρτου όρτου : κατά σύμπτωση

ότσι (το) : το γουρούνι

ούγια (η) : μονάδα μέτρησης βάρους ( = 28,34 γραμμάρια ) ( αρχ ούγια )

ουίζομαι : φωνάζω , βγάζω κραυγές όπως ο λύκος

ούρνα (η) : η γούρνα = μαρμάρινη ή γρανιτένια λεκάνη ( εληνιστ γούρνα = βαθούλωμα )

όφος (ο) : ο γοφός ( αρχ γομφός )

όχεντρα (η) : φαρμακερό μικρό φίδι , η οχιά

όχεσκες : αποφατικό μόριο : όχι

οχτρέβγομαι : εναντιώνομαι

Π

πααινόρχομαι : πηγαίνω και έρχομαι συνεχώς ( πααίνω / πηγαίνω + έρχομαι )

παγγάδι (το) : μικρό χειροποίητο σκαμνί ( από το ιταλ banco = πάγκος )

παιδεμός (ο) : το βάσανο ( από το παιδεύω )

παιζωγλαντίζω : παίζω ( παίζω + γλεντώ ) ( αρχ παίζω )

πακιαρό (το) : μικρόσωμο και πονηρό παιδί

παλάμισμα (το) : όρκος που έδιναν ακουμπώντας την παλάμη του χεριού τους στην εικόνα της Αγίας Μαρίνας ή της Αργοκοιλιώτισσας

παλιοντζάτζαλο (το) : παλιόπαιδο ( παλιό / κακό + τζάτζαλο / κουρέλι )

πανζουρλισμός (ο) : κατάσταση σύγχυσης αναταραχής και φασαρίας που δημιουργούσε το πολύ πλήθος ( παν + ζούρλα / τρέλα )

πανίζω : βρέχω ή βρέχομαι

πάντα (η) : ύφασμα με παράσταση που κρεμούσαν στο τοίχο πάνω από το κρεβάτι ( από το ''μπάντα'' = πλευρά )

παντζανής (ο) : ο μπατζανάκης ( τουρκ bacanak )

πάπαλα : ποσοτικό επίρρημα : τέλος , δεν έχει άλλο (κυπριακό)( από το ''παύω'' )

παραβγάζω : συνοδεύω κάποιον για να φύγει

παραμάσκαλα : κάτω από τη μασχάλη

παραπόντης (ο) : αυτός που αθετεί το λόγο του ( από παράφραση του παρασπονδία )

παρασκολιανά (τα) : τα ρούχα που φορούσαν τα απογεύματα μετά τη δουλιά αλλά δεν ήταν ''σκολιανά''

παραστημός (ο) : το έξω μέρος του χωραφιού ( παρά + στήνομαι / περιμένω)

παρλάρω : μιλάω ( ιταλ parlar = ομιλία )

πάσα : αόριστη αντωνυμία : κάθε ( αρχ. πας )

πασαπόρτε (το) : το διαβατήριο ( γαλ passeport )

πασεάρω : κάνω βόλτες , δεν βιάζομαι ( από το ''πάσο'' = χωρίς βιασύνη )

πατείς με πατώ : μεταφορική έκφραση : ο μεγάλος συνωστισμός ( κυριολεκτικά : με πατάς και σε πατώ )

πατελίδες (οι) : μικρά οστρακοειδή που κολλάνε στα βράχια δίπλα στο κύμα ( οι πεταλίδες )

πατικώνω : πιέζω ( από το ''πατάω'' )

πατινάδα (η) : τα κοτσάκια , αυθόρμητοι στίχοι για κάποιο γεγονός , συνήθως την επόμενη μέρα του γάμου στο σπίτι των νεόνυμφων ( ενετ madinada )

πατιρντί (το) : η φασαρία ( τουρκ patirdi )

πατούχα (η) : η πατούσα , το πέλμα

πεθυμώ : επιθυμώ

πέμπω : στέλνω ( έπεψα ) ( αρχ πέμπω )

περαωθιάζω : σπρώχνω ( πέρα + ωθώ )

περδιάρι (το) : το περιβόλι

περδικλώνω : μπλέκω τα πόδια , σκοντάφτω , μπερδικλώνω

πεσκέσι (το) : το δώρο ( τουρκ peskes )

πετεινά (τα) : τα πουλιά , τα πετούμενα , τα πτηνά

πετρογκάζι (το) : συσκευή που λειτουργεί με γκάζι ( υγραέριο ) και πάνω σε αυτήν γίνεται το μαγείρεμα ( από την εταιρεία υγραερίου petrogaz )

πι και φι (στο) : έκφραση που σημαίνει ''στα γρήγορα'' ( συντομογραφία του '' πίτσι φιτίλι '' )

πιδόκοπα (τα) : κομμένα σε κομμάτια αχλάδια και ξεραμένα στον ήλιο ( τα '' αμπιδόκοπα '' )

πικρϊά (η) : η πικρή

πιλατέβγω : πιλατεύω = βασανίζω , ενοχλώ ή πειράζω κάποιον

πίμυτα : πέσιμο στ' ανάσκελα ( πίσω + μύτη ) ( χρησιμοποιείται όμως σαν '' μπρούμιτα '' )

πιότερο : περισσότερο ( αρχ. πλειότερον )

πιοτί (το) : το ποτό

πισσούδι (το) : το σκοτεινό ( από το ''πίσσα'' )

πιτσι φιτίλι (στο) : έκφραση που σημαίνει : στα γρήγορα ( πίτσι = ο ήχος του καμένου μπαρουτιού + φιτίλι )

πλανεύω : παραπλανώ , εξαπατώ ( αρχ. πλάνη = εξαπάτηση )

πλάση (η) : το σύμπαν , ότι έπλασε ο Θεός

πλευριτώνομαι : κρυολογώ , με πιάνουν τα πλευρά μου από το κρύωμα

πλιό : επίρρημα : πλέον

πλουμί (το) : το στολίδι ( λατιν. pluma )

ποδάγρα (η) : αρρώστια που πιάνονται τα κάτω άκρα ( αρχ ποδάγρα = παγίδα για τα πόδια )

πόκαμα : τέλειωσα ( πόκαμα / αποκάμα / απόκανα / από + έκανα / τελείωσα )

πολεμώ : μεταφορικά : δουλεύω , προσπαθώ , αγωνίζομαι

πολίμι (το) : εκεί που μαζεύεται ο μούστος στο πατητήρι / λινού ( ίσως από το ''πλημμύρα'' )

πολλά βαρής (ο) : ο μάγκας , αυτός που προχοράει σαν να κουβαλάει πολύ μεγάλο βάρος

πολυλοήτικο (το) : πολλών ειδών

ποναλάκι (ένα) : ο ελαφρύς πόνος

πόστα (η) : το μέρος μέσα στο ορυχείο που έβγαζαν (έπιαναν για να βγάλουν) το σμυρίγλι ( λατιν posto = επίκαιρη θέση )

ποτές των ποτών : έκφραση ως χρονικό επίρρημα , η οποία δίνει μεγάλη έμφαση στο ''ποτέ''

που και λίου : έκφραση : που και που ( που και λίγο )

πούντα (η) : κρυολόγημα ( ιταλ punta )

πουντί (το) : βεράντα με πεζούλια γύρω γύρω ( λατιν. pontis )

πούσι (το) : ομίχλη ( τουρκ pus )

πράιτα (τα) : τα πράγματα

πράμα (το) : το κτήμα ή το ζώο που μου ανήκει

πράματις : επίρρημα : πραγματικά ( αρχ. πράγματι )

πριχού : χρονικό επίρρημα : πριν

προκοπή (η) : η καταξίωση

προπαντός : επίρρημα : πριν από όλα ( αρχ. προ παντός )

προπέτης (ο) : αυτός που βιάζεται να πει ή να κάνει κάτι

προστάβραδο (το) : το σούρουπο , λίγο πριν νυχτώσει ( μπροστά + βράδυ )

πυόματα (τα) : οι φλεγμονόδες πληγές ( από το ''πύο'' )

πυρώνω : θερμαίνω κάποιο αντικείμενο , πυρακτώνω

πυτιά (η) : μαγιά ( τα υγρά από στομάχια των κατσικιών , τα οποία χρησιμοποιούσαν για το πήξιμο του γάλακτος σε τυρί ) ( αρχ. πυτία )

Ρ

ραβδίζω : χτυπώ τις ελιές να πέσουν στο έδαφος ( αρχ ραπίζω = χτυπώ )

ραβδιστήρα (η) : μακρύ ξύλο για το ράβδισμα

ραβδοξυλίζω : δέρνω κάποιον με το ραβδί

ραίνομαι : γυρίζω άσκοπα( αρχ ραίνω = σκορπίζω το νερό )

ρακή (η) : προϊόν μίας απόσταξης της στροφυλιάς ( τουρκ raki )

ρακιτζό (το) : ο τόπος και το σύνολο των αντικειμένων για την απόσταξη της στροφιλιάς και την παρασκευή της ρακής

ρανίζω : κλαψουρίζω

ραχάτι (το) : το χουζούρεμα ή η ανεμελιά ( τουρ rahat )

ρδίνια (τα) : το χώρισμα του αμπελιού σε κομμάτια , λωρίδες

ρεβερνώ : κάνω κυκλική κίνηση , γυρίζω τα ζώα ( γαλ revers = η στροφή , ο κύκλος )

ρεγγοτηγανίτες (οι) : τηγανίτες με κομμένα κομμάτια ρέγγας μέσα

ρεμβάζω : κοιτάζω κάπου με απλανές βλέμμα και ονειρεύομαι ( ελληνιστ ρεμβάζω = γυρίζω γύρω γύρω )

ρεμέντιο : κάτι τι

ρέμπω : δεν περπατάω καλά , ζαλίζομαι ( από το αρχαίο ''ροπή'' = κλίση προς μια κατεύθυνση , απόκλιση )

ρεντίκουλο (το) : το ρεζίλι ( ιταλ ridicolo )

ρεταγιά : το μικρό χωράφι χωρίς αξία ( από το ρετάλι )

ρεύω : εξαντλούμαι , αδυνατίζω ( αρχ. ρέω = χύνομαι , λιώνω )

ρεφενές (ο) : το ποσό που αναλογεί σε κάθε μέλος μιας ομάδας για τα έξοδα ενός γεύματος ( τουρΚ. refene )

ρημάδι (το) : το ερείπιο ( αρχ ερημάς = έρημος )

ρημαδιό (το) : το ερείπιο , τα σπασμένα , η ακαταστασία λόγω της εγκατάλειψης

ρημοσκότινος (ο) : σαν βρισιά : ο έρημος και σκότεινος , ο άμοιρος

ρθούνι (το) : το ρουθούνι ( αρχ ρωθώνιον )

ριβάρω : ξαναγιρίζω ( ίσως από το ιταλ. rifar = ρεφάρω = ξανακερδίζω )

ριζάφτι (το) : η ρίζα του αφτιού

ριζικάρι (το) : ματσάκι με φρούτα και ένα χαρτάκι με το όνομα ενός άντρα ( από το έθιμο του κλήδονα , λεγόταν έτσι γιατί ίσως προέβλεπαν το ριζικό τους οι κοπέλες που το έφτιαχναν

ριζικό (το) : το πεπρωμένο ( όπως το δέντρο έχει ρίζες και δεν τις αλλάζει )

ρίζωμα (το) : απότομη ανηφόρα στο ξεκίνημα ενός βουνού

ρίχνω πέρα : έκφραση που σημαίνει '' περνάω απέναντι ''

ροβολίζω : γυρίζω ( από αποκοπή της πρώτης συλλαβής του ''υροβολίζω'' = κάνω γύρους )

ρογιά (η) : ο ιστός της αράχνης

ρόγος (το) : η κατάλληλη ώρα

ροδάνι (το) : το εργαλείο που καλαμίζει το νήμα στην ανέμη ( ελληνιστ ροδάνη )

ροδίζει : ξημερώνει ( επειδή ο ουρανός παίρνει κοκκινωπό χρώμα )

ροϊ (το) : επιτραπέζιο δοχείο για το λάδι ( ελληνιστ ρογίον )

ρόιδο : μεταφορικά : η αποτυχία ( τα 'κανες ρόϊδο = τα θαλάσσωσες ) ( αρχ. το ρόϊδι = το ρόδι )

ροματζάρω : όπως ''γαμπρίζω'' , ψάχνω για ταίρι (από το ιταλ romanzo = ερωτική ιστορία )

ροός (ο) : το πετρόχτιστο κρεβάτι

ρούγα (η) : ο δρόμος ή η πλατεία ( ιταλ ruga )

ρούδι (το) : το ρόδι , ο καρπός της ροδιάς ( αρχ. ρόιδι )

ρουκανίζω : μεταφορικά : τρώω κάτι με βουλιμία

ρουμάνι (το) : περιοχή με πολλά δέντρα , συνήθως αυτοφυές ( τουρκ orman = πυκνό δάσος )

ρούπι (το) : μονάδα μέτρησης απόστασης 1 ρούπι = 1/8 του πήχη ( τουρκ urup )(μη κάνεις ρούπι)

ρουσάς (ο) : κοκκινωπός ( λατιν russeus )

ρύακας (ο) : ο χείμαρρος ή ο σκουπιδότοπος ( αρχ ρύαξ = χείμαρρος )

ρυακοσέρνει : έκφραση όταν βρέχει πάρα πολύ και το νερό παρασέρνει τα πάντα στο πέρασμα του ( σέρνει τον ρυάκα )

ρωμεκάτο (το) : οι Λατίνοι , οι Ρωμαίοι ( έτσι τους έλεγε η κουφίτενα)

ρώτημα (το) : η ερώτηση ( αρχ ερώτησις )

Σ

σαβουρντίζω : ρίχνω , διασκορπίζω ( τουρκ savrulmak )

σάζω : ισιώνω

σακατέβγω : σκοτώνω , τραυματίζω πολύ κάποιον ( τουρκ sakat = παράλυτος )

σαλαμούρα (η) : η άλμη ( τουρκ salamura αντιδάνειο από το αρχ αλς άλας στα ενετικά sal )

σαλέβγω : κουνιέμαι , ξεκινάω να περπατώ ( αρχ. σαλεύω )

σάλιακας (ο) : σαλιγκάρι ( γυμνοσιάλιακας ) ( τουρκ salyaνngoz)( πιθανόν να το λένε έτσι επειδή τα σημάδια που αφήνει όταν σέρνεται μοιάζουν με σάλια )

σαλταίρνω : πηδάω ( ιταλ salto = πήδημα )

σαματάς (ο) : φασαρία ( τουρκ samata )

σάματις : διστακτικός σύμδεσμος : μήπως

σάμι (το) : το σουσάμι ( τουρκ. susam , αρχ. σήσαμον )

σάμπως : διστακτικός σύμδεσμος : μήπως ( σαν πως )

σαμώνω : σιμώνω , φτάνω , πλησιάζω

σάντουλος (ο) : ο νονός

σαρωνιά (η) : σκούπα από κλαδιά ( προέρχεται από το σαρώνω )

σατάς : τοπικό επίρρημα : ακριβώς ( '' επά σατάς = εδώ ακριβώς '' )

σβουρίζω : γυρίζω γύρω γύρω σαν σβούρα

σέβας (το) : ο σεβασμός ( αρχ σέβας )

σεβντάς (ο) : ο ερωτικός καημός ( τουρκ. sevda )

σεκλετίζομαι : στεναχωριέμαι ( τουρκ siklet = στεναχώρια )

σέκος : αναυδος , σαστισμένος , αναίσθητος από χτύπημα ( ιταλ secco )

σελαφιλίζω : κοιτάζω , περιεργάζομαι ( γαλ che la fille = ψάξε το κορίτσι ή ψάξετην )

σελλάδι (το) : τόπος που βρίσκεται στη βάση δύο λόφων ( λατιν. sella = σαμάρι για το άλογο )

σενιάρω : κάνω κάτι όμορφο, το βελτιώνω , το περιποιούμαι ( από το ''σένιος'' )

σεραδιάζω : ράβω και από τις δύο πλευρές κάτι

σεργιάνι (το) : ο περίπατος ( τουρκ seyran )

σερσέμης (ο) : ανόητος , μπουνταλάς ( τουρκ sersem )

σέστα (τα) : τα λογικά ( ίσως από το ''σωστά'' )

σημαίνω : χτυπάω τις καμπάνες ( από το σήμαντρο = ηχητικό αντικείμενο / καμπάνα )

σήμερις : επίρρημα χρονικό : σήμερα ( αρχ. σήμερον )

σιέμαι : σείομαι

σιμά : κοντά

σιχτίρι (το) : η επίπληξη ( τουρκ siktir )

σκαμνιά (η) : η μουριά (αρχ. συκάμινος = μουριά )

σκαμπάζω : γνωρίζω ( ελληνιστ σκαμβάζω = διαστρεβλώνω )

σκάντζα : η αλλαγή , η αντικατάσταση ( ενετ scangia )

σκάρφια (η) : ο κλήρος , η κλήρωση

σκελί (το) : το κομμάτι ( αρχ σκελίς )

σκεμπές (ο) : η κοιλιά ( τουρκ iskembe )

σκιάζω : φεύγω μακριά ( αρχ σκιάζω = δημιουργώ σκιά , με την έννοια πως επειδή απομακρύνομαι φαίνεται μόνο η σκιά μου )

σκληρίζω : στριγκλίζω

σκονοβολιά (η) : ομίχλη από σκόνη

σκορδοκαΐλα (η) : κάψιμο από σκόρδο , μεταφορικά : ο καημός

σκορνιαχτός (ο) : η σκόνη ( παράφραση του ''κουρνιαχτός'' αρχ. κονιορτός )

σκορπαλευράς (ο) : ο άσωτος , ο άστατος ( κυριολεκτικά : αυτός που σκορπίζει το αλεύρι )

σκοτίζω : δημιουργώ σκοτούρες , ανησυχίες

σκούζω : βγάζω διαπεραστικές κραυγές ( αρχ. σκύζομαι = είμαι εξαγριωμένος )

σκουνταύω : σκοντάφτω

σκροπώ : σκορπώ ( αρχ σκορπίζω )

σμάχτω : μυρίζω ( από το ''οσμίζομαι'' )

σμυριγκλάς (ο) : ο σμυριδεργάτης

σόβολος (ο) : ο βολικός , αυτός που προσαρμόζεται εύκολα

σοπλίζω : βρωμάω

σουλτάν μερεμέτ : το να δείρεις κάποιον ( κυριολεκτικά σημαίνει ''η μικρή εργασία του σουλτάνου'' )

σουμπιντος : όλος μαζί σε μια στιγμή ( ιταλ subito )

σούρτα φέρτα : πέρα δώθε ( σύρε τα + φέρε τα )

σοφιαρίζομαι : δεν μπορώ να αναπνεύσω καλά , πνίγομαι

σπιθούρι (το) : το σπυρί

σταλαητός (ο) : από εκεί που πέφτουν οι σταγόνες , σταλακτίτης

στιαστό (το) : το στέγαστρο που δημιουργούνταν καλύπτοντας ένα δρόμο ( ίσως από το σκιά , δηλαδή σκιαστό / στιαστό )

στούκας (τα) : χαρακτηρισμός για οτιδήποτε δεν είναι γνήσιο η έγγυρο ή για τα βαριά τσιγάρα ( κυριολεκτικά : τύπος γερμανικού αεροσκάφους stukas )

στράγγα (η) : η σταγόνα ( από το στραγγίζω )

στρατοκόποι (οι) : οι περιπατητές ( στράτα / δρόμος + κόπος )

στρεμός (ο) : η επιστροφή ( από το ''στρέφομαι'' )

στρογγυλοκάθομαι : έκατσα καλά

συβία (η) : συμβία , σύζυγος ( συν + βίος /ζωή )

σύγκαιρα : ταυτόχρονα ( συν + καιρός )

σύγκορμος : όλο το σώμα / κορμί

συλλήβω : συλλαμβάνω

σύμπλιο : το γειτονικό χωράφι

συναχλίκια (τα) : συναναστροφές ( συν + άχνα = συχνάζω )

συνεικάζω : διακρίνω , συμπεραίνω ( συν + αρχ εικάζω )

συννεφόκαμα (το) : όταν ενώ έχει συννεφιά κάνει πολύ ζέστη

συντράμω : συνδράμω , βοηθάω

συρομαδώ : μαδάω τα μαλλιά

συφερτός (ο) : ότι σέρνει κάποιος μαζί του , αντικείμενα ή ανθρώπους ( συν + φέρνω )

σφαωπονιάζω : τρώω ( αρνητική έννοια ) ( φαϊ + πόνος )

σφούνι (το) : πήλινο δοχείο παρόμοιο με σιφόνι που χρησίμευε είτε για να βγάζουν κρασί από μεθήρα είτε για να πιουν ( αρχ σίφων )

σώθια (τα) : τα σωθικά , τα σπλάχνα

σώνω : καταφέρνω ( αντιδάνειο τουρκ son ^ αρχ σώζω )

σωφελιάζω : εφαρμόζω ( ίσως ίσος + φελί , δηλαδή ίσο κομμάτι ) /Ψ

Τ

ταβλομάντιλο (το) : το τραπεζομάντιλο

τάζω : υπόσχομαι ( αρχ. τάσσω = υπόσχομαι )

τάκα τούκα :ο θόρυβος ( τουρκ. takatuka )

τακίμι (το) : συγκρότημα με οργανοπαίχτες ( τουρκ takim = ομάδα )

τάλε κουάλε : ίδιο , όμοιο ( ιταλ tale quale )

ταμπλάς (ο) : η συγκοπή ( τουρκ tampla )

ταρσανάς (ο) : αποθήκη σε ένα λιμάνι ( ενετ arsenale = ναύσταθμος , τουρκ tersane )

τάχατες : επίρρημα : τάχα ( δηλώνει αμφισβήτηση ) ( αρχ. τάχα = ίσως )

ταχειά : επίρρημα : γρήγορα ( αρχ. ταχέως )

ταχταρίζω : τραγουδάω σε ένα μωρό ένα τραγούδι και το παίζω στα χέρια ( από το ''νταχτιριντι'' )

ταχυνέβγω : ξεκινάω νωρίς , βιάζομαι ( από το αρχ. ταχύς )

τελέματα (στα) : στα τελειώματα , στο τελος ( αρχ. τελειώματα )

τέλι (το) : το ψιλό σύρμα ( τουρκ tel )

τέρμενα (τα) : το τέλος ( ιταλ termino )

Τέτραδος (ο) : η Τετάρτη ( '' πέρασεν ο Τέτραδος , ήφυεν ο βδόμαδος '' )

τζαναμπέτης (ο) : ο ιδιότροπος ( τουρκ cenabet )

τζερεμές (ο) : ο τιποτένιος ( τουρκ cereme )

τζιέρι (το) : το συκώτι ( τουρκ ciger )

τζόβενος (ο) : άντρας μεγάλης ηλικίας που μιμείται τους νέους στην εμφάνιση ( ενετ zoven )

τζουάδα (η) : το αραιό γάλα , που το πήζαν , με τη πυτιά μετά

τίγκα : κάτι που είναι εντελώς γεμάτο ( ιταλ tinga )

τίοτα : αόριστη αντωνυμία : τίποτα ( ελληνιστ τι ποτέ ? )

τόποι (οι) : τα διάφορα μέρη γύρω από το χωριό ( αρχ. τόπος )

του λόγου σου : εσύ

τουρκομάνι : μεταφορικά : η ακαταστασία

τουρλού τουρλού : τα διάφορα , τα ανακατεμένα ( τουρ turlu = ανακάτεμα )

τρατάρω : κερνάω ( ενετ tratar )

τραχανίζω : δημιουργώ χαρακτηριστικό δυσάρεστο ήχο τρίβοντας δύο αντικείμενα μεταξύ τους ( ίσως από το αχ τραχύς = αυτός ή αυτό που έχει ανώμαλη , άγρια επιφάνεια )

τρεζακώνομαι : ζαλίζομαι από τον ήλιο

τριάζω : τριτώνω ( κάνω κάτι τρεις φορές )

τριβόλι (το) : αγκαθωτό ζιζάνιο ( αρχ. τρίβολος )

τρικό (το) : το φανελάκι ( γαλ tricot )

τριμπηδώ : μεταφορικά : εξοργίζομαι ( κυριολεκτικά : πηδάω τρεις φορές )

τροβόλι (το) : μικρό δοχείο από επεξεργασμένα φύλλα βούρλου για το στράγγισμα της μυζήθρας πριν γίνει τυρί ( ίσως τυρί + βούρλο )

τροχάδι (το) : το τρέξιμο ( από το αρχ. τρέχω )

τσακίδια (στα) : ως έκφραση προσταγής και κατάρας : '' στα τσακίδια '' = να πας να τσακιστείς , φύγε , χάσου

τσακίρ κέφι (στο) : στο κορύφωμα του κεφιού ( τουρκ. cakirkeyf = ελαφρά μεθυσμένος )

τσακπινομπιρμπιλογαργαλιάρης (ο) : ο αστείος , αυτός που έχει γούστο

τσαλαβουτώ : πατάω στο νερό και βρέχομαι ( άτσαλος + βουτώ )

τσαλαπατώ : πατάω και λερώνομαι ( άτσαλος + πατώ )

τσαμπουνώ : μεταφορικά : φλυαρώ

τσανάκα (η) : η λεκάνη ( το σκεύος όχι της τουαλέτας ) ( τουρκ. canak )

τσαούσα (η) : χαρακτηριασμός της πεισματάρας γυναίκας ( τουρκ. cavus = υπαξιωματικός του οθωμανικού στρατού )

τσαπραντίζω : ρυθμίζω τα δόντια του πριονιού

τσατιμάς (ο) : τοίχος με ξύλινο σκελετό και λάσπη με ασβέστη ( τουρκ catma )

τσέρμες (οι) : η παράλυση , η αναπηρία στα χέρια

τση : αντωνυμία : της

τσίζω : καψαλίζω , καίω επιφανειακά κάτι ( αρχ. σίζω = τσιτσιρίζω , για καυτό μέταλλο που το βουτάμε στο νερό )

τσιουρίζω : χτυπάω κάποιον με βέργα ( ηχομιλιτική λέξη , από τον ήχο της λεπτής βέργας όταν κινείται στον αέρα )

τσίπα (η) : η πέτσα , η επιδερμίδα ( σλαβ tsipa )

τσιφούτης (ο) : τσιγκούνης ( τουρκ cifit = εβραίος αρχ κηφήν = κηφήνας = άνθρωπος που ζει εις βάρος των άλλων )

τσίφτης (ο) : ο άψογος στην εμφάνιση και συμπεριφορά άνθρωπος ( αλβαν gift = γεράκι )

τσουντάρι (το) : η κορυφή του δέντρου

Υ

υροβολιά : ο γύρος στο χορό , η ''βόλτα''

υρομάντηλο (το) : μαντήλι που τυλίγονταν γύρω από το φέσι για να απορροφάει τον ιδρώτα

ύστερις : ως επίρρημα χρονικό : ύστερα , έπειτα ( αρχ. ύστερον )

υστερνά : ως επίρρημα χρονικό : στερνά , αργότερα

υχιά (η) : η νυχιά ( νύχι ) , χρησιμοποιείται ως ποσοτικό επίρρημα = λίγο

υψέλι (το) : η κυψέλη , πήλινο δοχείο σχήματος κόλουρου κώνου ( αρχ κυψέλη )

υροπαζώ : έτσι λένε το αλάτισμα του τυριού εξωτερικά δύο ώρες μετά την ολοκλήρωση της τυροκόμισης

Φ

φαίνω : υφαίνω ( αρχ. υφαίνω )

φάκα (η) : η ποντικοπάγίδα ( τουρκ. fak )

φακιόλι (το) : είδος κεφαλόδεσμου , κεφαλομάντηλο ( ενετ fasciola )

φαλιμέντο (το) : η χρεοκοπία ( ιταλ fallimento)

φαμελίτης (ο) : ο οικογενειάρχης ( ενετ famil = οικογένεια )

φαναριτζής (ο) : αυτός που κατασκεύαζε φανάρια / φανούς

φανιά (η) : η εμφάνιση , το φανέρωμα ( αρχ. φαίνω = φέρνω το φως )

φανούσιμη (η) : η φανταχτερή , η εμφανίσιμη

φαντάζω : δημιουργώ αίσθηση , προκαλώ εντύπωση ( αρχ. φαντάζω )

φαούσα (η) : η φαγούσα , η φαγέδαινα = καρκινοειδές έλκος , πληγή που διαβρώνει και σαπίζει τις σάρκες ( αρχ. φαγέδαινα )

φαραγγιάζω : ρίχνω κάποιο ζώο στο φαράγγι για να το σκοτώσω

φαρμακώνω : δηλητηριάζω ( αρχ. φαρμακώ = θεραπεύω με φάρμακα )

φασoλάτος (ο) : ο ριγέ ( λόγω του σχήματος της ρίγας ) ( '' φασολάτος γάδαρος '' = η ζέβρα )

φασίνα (η) : το γενικό καθαρισμα ενός σπιτιού ( ιταλ fascina )

φασκιές (οι) : γάζες από ύφασμα που τύλιγαν τα μωρά ( ενετ fasc )

φαφαλίνα (η) : αυτή που μιλάει πολύ ( ίσως από το ιταλ fanfara = φλυαρία )

φαφούρι (το) : το λείο , το πεντακάθαρο ( τουρκ firfir = σκεύος από λεπτή κατεργασμένη πορσελάνη & πορφύρα )

φελώ : αξίζω ( αρχ. ωφελώ ) ( '' ευτό το πράμα δε φελά ντιπ για ντιπ '' )

φέξη (η) : όταν εμφανίζεται το φεγγάρι ( από το ''φέγγω'' )

φερμός (ο) : ο ερχομός ( από το αρχ. φέρω = φέρνω )

φέρτα (τα) : τα χρήματα που έριχναν σε δίσκο όσοι φιλούσαν τα στέφανα των νεόνυμφων και τα έπαιρνε ο παπάς ( από το αρχ. φέρω = φέρνω )

φηκάρι (το) : το θηκάρι , η θήκη για το μαχαίρι που κουβαλούσαν παλιότερα οι άντρες πάνω τους ( αρχ. θηκάριον )

φιλέβγω : φιλεύω , κερνάω ( κυριολεκτικά : δίνω σε φίλο κάτι )

φιρί - φιρί : γύρω γύρω ( τουρκ firil firil = εξακολουθητική κυκλική κίνηση )

φιρμάνι (το) : διαταγή (τουρκ. ferman )

φκερώνω : αδειάζω , σκορπάω κάτι στο πάτωμα ( ίσως μεταφορική παράφραση του αρχ. αφιερώνω = προσφέρω )

φλάρος (ο) : μεταφορικά : το εμπόδιο ή το πέος ( κυριολεκτικά : ενετ flar =ο καλόγερος )

φλέα (η) : φλέβα ( χρησιμοποιείται συνήθως σαν φλέβα σμυριγλιού σε ένα ορυχείο ) ( αρχ φλεψ )

φλιτάρω : ψεκάζω ( το ''φλιτ'' ήταν κάποιο ζιζανιοκτόνο και από αυτό βγήκε και το ρήμα )

φνηδιάζομαι : με πιάνει κάποιος ξαφνικός δυνατός πόνος ( από το ελληνιστ αιφνιδιάζομαι )

φορτσάρω : αυξάνω την δύναμη που ασκώ κάπου ( ιταλ forza )

φούρια (η) : η βιασύνη , η μανία ( ιταλ furia )

φουρκίζω : κρεμάω , απαγχονίζω ( από το ''φούρκα'' ) , μεταφορικά : τσαντίζω κάποιον

φουρνέλο (το) : η έκρηξη με δυναμίτιδα ( ιταλ fornello )

φούχι : επιφώνημα για κάτι που βρωμάει ( ίσως από το ''μποχα'' = βρώμα )

φράμπικα (η) : η φάμπρικα , το ελαιοτριβείο (ιταλ fabbrica )

φράπας (ο) : ο αφράτος , ο στρουμπουλός ( ιταλ frapa )

φτασμός (ο) : η άφιξη ( από το ''φτάνω'' )

φτέβγω : φυτεύω ( αρχ. φυτεύω )

φτενό (το) : το λεπτό ( από το ''φθίνω'' )

φτουρώ : αξίζω ( λατιν obduro )

φτύση (η) : η φυματίωση ( λέγεται έτσι επειδή ο ασθενής ''έφτυνε'' συνεχώς )

φύει φύει (όπου) : ως επίρρημα : όπου φύγει φύγει = απομακρύνομαι γρήγορα

φύρα (η) : το χάσιμο ( αρχ φυρώ = λιγοστεύω σε βάρος )

φύρδην μίγδην : η πλήρης ακαταστασία ( αρχ. φύρδην = σε σύγχυση , ελληνιστ μίγδην = μπερδεμένα )

φυρό (το) : καφετή προς το κόκκινο ( ίσως από το πορφυρό )

φύση (η) : το γεννητικό μόριο του αρσενικού ( αρχ. φύσις )

φυσορογιά (η) : αράχνη ( ίσως φυσάω + ρογιά / ρώγα , επειδή η αράχνη μοιάζει με ρώγα στη Κρήτη λέγεται ρωγαλύδα με Ω )

φώκος (ο) : η φωτιά

φωτίζομαι : βλέπω στα όνειρά του αγίους , οι οποίοι με καθοδηγούν ( φώτισμα για την εκκλησία είναι το βάπτισμα )

Χ

χαβάς (ο) : ο σκοπός τραγουδιού ( τουρκ hava = μελωδία , αέρας ) ( '' του κώλου σου ο χαβάς '' )

χάβγω : χαύω , καταπίνω , τρώω ( αρχ κάπτω = πιάνω με το ράμφος )

χαβούζα (η) : ο βόθρος ( τουρκ havuz )

χάβρα (η) : η φασαρία , κάπου που μιλούν όλοι μαζί ( τουρκ havra = εβραϊκή συναγωγή )

χαϊβάνι (το) : ο αφελής (τουρκ hayvan )

χαϊμαλί (το) : το φυλακτό ( τουρκ. hamayli )

χαϊνάρικο (το) : το άρρωστο ζώο

χαΐρι (το) : η προκοπή ( τουρκ hayir )

χαλάλι : κάτι που αν και μου κοστίζει το δίνω με ευχαρίστηση ( τουρκ halal )

χαλκώματα (τα) : οτιδήποτε σκεύη από χαλκό ( αρχ. χαλκός )

χαμάδι (το) : ο καρπός που πέφτει στο έδαφος / χάμω

χαμπάρι (το) : η αντίληψη για κάτι που μου συμβαίνει (τουρκ. haber = είδηση )

χαράμι (το) : η σπατάλη ( τουρκ haram )

χαραμιτζής (ο) : ο σπάταλος ( από το ''χαράμι'' )

χαραμοφάης (ο) : αυτός που τρώει άδικα το φαγητό του , πάει χαράμι το φαΐ του

χαράνι (το) : το καζάνι ( τουρκ hareni )

χαρτώνω : προικίζω με συμβόλαιο , με χαρτί

χαρχαλώ : ψαχουλεύω ( ηχομιλιτική λέξη )

χασές (ο) : άσπρο βαμβακερό ύφασμα μέτριας ποιότητας από αρκετά χοντρό νήμα το οποίο χρησιμοποιούσαν για σάβανο ( τουρκ. hase )

χάση (η) : το χάσιμο του φεγγαριού ( από το ''χάνομαι'' )

χάση κόσμου : μεταφορικά : η μεγάλη κακοκαιρία

χάσκω : έχω ανοιχτό το στόμα ( αρχ χάσκω )

χασοβράκης (ο) : αυτός που του πέφτουν τα παντελόνια , ξεκρεμανταλάς ( χάνω + βρακί / παντελόνι )

χασομερώ : περνάν οι μέρες ή οι ώρες μου άσκοπα ( χάνω + μέρα )

χασχαριδιάζει : δημιουργίται χάσμα , κενό ( '' χασχαρίδιασε η οροφή '' )

χατζής (ο) : αυτός που έχει επισκεφτεί σαν προσκυνητής τους Αγίους Τόπους ( τουρκ haci = προσκυνητής στη Μέκκα )

χατιρικώς : ως επίρρημα : σου κάνω τι χάρη

χάψαλο (το) : ο πολύ γέρος αδύνατος και ζαρωμένος άνθρωπος ( παράφραση του τούρκικου sapsal = σάψαλο )

χειλοτήρα (η) : πάνινη ή τσουβάλινη θήκη στην οποία είχαν ζωοτροφή και την κρεμούσαν στο κεφάλι του ζώου έχοντας την μουσούδα του μέσα σε αυτή ( από το χείλος + αρχ τηρώ = δεν παραβαίνω )

χερικό (το) : η τύχη που κουβαλάει κάποιος μαζί του και την μεταδίδει στους άλλους κατά την ανταλλαγή η μεταπώληση αντικειμένων ή ζώων

χερνό (το) : το χοιρινό κρέας

χερόβολο (το) : όσα στάχυα χωράει η αγκάλη στο θέρισμα ( χέρι + βολεύω ) , δέκα χερόβολα έκαναν ένα δεμάτι

χεροδύναμος (ο) : ο δυνατός , αυτός που έχει μεγάλη δύναμη στα χέρια

χιονιάς (ο) : όταν ο καιρός είναι πολύ κρύος ή όταν χιονίζει

χλαμπατζίβαλα (τα) : πολλά μουσικά όργανα συνήθως χάλκινα

χλαπακιάζω : τρώω γρήγορα ( ηχομιλιτική λέξη )

χλιάρης (ο) : το νερό που τρέχει , μέσα από το έδαφος , από κάποιο σημείο βράχου μετά τη βροχή

χλωρωσά (η) : τα χλωρά χόρτα που χρησίμευαν σαν ζωοτροφή ( αρχ. χλωρός= φρέσκος )

χοιροσφαή (η) : το σφάξιμο του χοίρου / γουρουνιού ( χοίρος + σφαγή )

χοιροτρύπι (το) : η τρύπα του χοίρου

χολιώ : θυμώνω ή πικραίνομαι ( αρχ. χολώ )

χολοσκώ : χολοσκάω , με αγχώνει κάτι ( σκάει / σπάει η χολή μου από το άγχος )

χούϊ (το) : η συνήθεια ( τουρκ huy )

χουρσαφλίδα (η) : σαύρα του αγρού ( χρυσή + φλοίδα , επειδή οι φολίδες της χρυσίζουν στον ήλιο )

χουσμέτι (το) : το μοιραίο , αυτό που επιβάλει κάποιος ανώτερος ( από το τούρκικο kismet = μοίρα , πεπρωμένο )

χούφταλο (το) : ο πολύ γέρος αδύνατος και ζαρωμένος άνθρωπος , όπως η ''χούφτα'' όταν κλίνει

χόχλακας : το χωράφι με πολλά χαλίκια

χρειασίδια (τα) : τα απαραίτητα , τα αναγκαία ( από το ''χρειά'' )

χρειαστικό : ως επίρρημα : '' χρειαστικό ήτονε '' = δεν είναι ανάγκη

χρίζω : αλείφω ( αρχ. χρίω )

χτικιάζω : αρρωσταίνω αδυνατίζω ( ελληνιστ χτικιάζω )

χυμώ : επιτίθεμαι - ορμώ ( ίσως από το αρχαίο χύμα = πλημμυρά )

Ψ

ψαθί(το) : η ψάθα = ποώδες πολυετές και ελοχαρές φυτό με μακρύ και εύκαπτο στέλεχος, το οποίο φυτρώνει μέσα στις στέρνες ή έλη

ψακί (το) : το δηλητήριο ( από το ''ψακώνω'' )

ψακώνω : δηλητηριάζω ( αρχ. ψακάζω = ψεκάζω = ψιχαλίζω )

ψαλμόζια : τα αμμουδερά εδάφη

ψαραίνω : γίνονται γκρίζα τα μαλλιά μου ( αρχ ψαρός = γκρίζος )

ψαρής (ο) : μεταφορικά : ο ύπνος

ψαρό (το) : για το σμυρίγλι : η κατώτερη ποιότητα , αυτό που έχει γκρίζο χρώμα

ψαχουλέβγω : ψαχουλεύω = ψάχνω ανασκαλεύοντας κάπου ( ψάχνω + αρχ. χαλεύω / πλέκω )

ψάχω : ψάχνω

ψειρίζω : μεταφορικά : ψάχνω ή κάνω κάτι λεπτομερώς

ψεφθιά (η) : το ψέμμα ( αρχ. ψέσμα )

ψηλαφίζω : αναζητώ κάτι με την αφή ( αρχ. ψηλαφώ )

ψηλέας (ο) : ο πολύ ψηλός άντρας

ψημένος (ο) : μεταφορικά : ο σκληραγωγημένος , που έχει ''ψηθεί'' στη δουλειά

ψηφώ : υπολογίζω κάποιον , παίρνω υπ 'όψιν ( αρχ. ψηφίζω )

ψίδι (το) : το μπροστινό μέρος του υποδήματος ( αρχ. αψίδιον )

ψιλό (το) : μεταφορικά : το κατούρημα

ψιλολόι (το) : οποιαδήποτε ποσότητα μικρών / ψιλών αντικειμένων

ψιλός (ο) : ο λεπτός ( αρχ ψιλός = γυμνός , σκέτος )

ψιλόσκονη : η σκόνη που χρησιμοποιούσαν σαν εντομοκτόνο ( ψιλός / λεπτός + σκόνη )

ψιμαρνί (το) : το αρνί που γεννήθηκε καθυστερημένα ( έψιμα / όψιμα + αρνί )

ψιμοπαίδι (το) : το τελευταίο παιδί ( έψιμο / όψιμο + παιδί )

ψιμόριφο (το) : το κατσίκι που γεννήθηκε καθυστερημένα ( έψιμα / όψιμα + ρίφι / κατσίκι )

ψίχαλο (το) : το λίγο , το ψίχουλο ( από το ''ψίχα'' )

ψολαρμενίζει : κοιτάει ανέμελα ψηλά , αδιαφορεί ( ψηλά + αρμενίζω )

ψόματα (τα) : τα ψέματα

ψουνίζω : ψωνίζω ( ελλην οψωνίζομαι = προμηθεύομαι )

ψοφακιάζω : πεθαίνω ( από το ''ψοφώ'' )

ψοφίμι (το) : το ψόφιο , μεταφορικά : ο ακαμάτης ο τεμπέλης

ψόφος (ο) : ο θάνατος ( από το ''ψοφώ'' ) , μεταφορικά : το πολύ κρύο

ψυλλιάζομαι : μεταφορικά : υποψιάζομαι ( από το έντομο ''ψύλλος'' )

ψυχομαχά : ψυχορραγεί , πεθαίνει , μάχεται η ψυχή του

ψυχοπιάνομαι : στεναχωριέμαι , πιάνεται η ψυχή μου από στεναχώρια

ψωμόλυσα (η) : η πείνα ( ψωμί + ''λύσσα'' / μανία )

ψωμοχώραφα (τα) : τα χωράφια που έσπερναν σιτάρι ( αρχ, ψωμός = μπουκιά )

ψωμωμένος (ο) : μεταφορικά : ο δυνατός

ψώρα (η) : παρασιτική μεταδοτική δερματοπάθεια ανθρώπων και ζώων ( αρχ ψώρα )

ψωριάρης (ο) : μεταφορικά : ο βρώμικος , ο άρρωστος ( κυριολεκτικά : αυτός που τον έχει προσβάλει η ''ψώρα'' )

ψωροπερήφανος (ο) : μεταφορικά : αυτός που είναι περήφανος για κάτι που δεν έπρεπε

Ω

ωάθηκα : αόριστος του ''λωλαίνομαι'' ( = λωλάθηκα )

ωμιά (η) : το μέσα μέρος του κτήματος

ωμωσά (η) : το μέσα μέρος του κτήματος

ωνιά (η) : η γωνιά

ωός (ο) : ο λωλός , ο τρελός

ωραία πύλη (η) : η είσοδος από τον κυρίως ναό στο ιερό του ναού μιας ορθόδοξης εκκλησίας

ωρέ : μωρέ , βρε

ώριος (ο) : ο ωραίος